Ο αθεϊσμός λοιμός του εγκεφάλου ανερμήνευτος. 

Θρησκευτική ποίηση


Ο θάνατος είναι η μία αλήθεια που θα αποκτήσεις

και η ζωή, η άλλη που θα εγκαταλείψεις.

 

Κατά Ιωάννην Συνειρμοί

 

του Ιωάννη Μποζίκη


Στάση δεύτερη

Η κατανόησης


Κύριε, κατανοώ όλα τα ποιήματα της δυνάμεώς σου,

αναρίθμητα, αψεγάδιαστα και ένδοξα έργα πρόνοιας

καθώς και τ'άφθονο γάργαρο αθάνατο νερό,

που τρέχει κρούσταλλο σε μύριες αστέρευτες πήγες.


Ούτω άδω ύμνο εις το όνομα Σου,

ενώπιόν Σου και με τα δάκρυά μου.


Κατανοώ τη δι' αφθόνου βροχής

σπορά, καρποφορία και συγκομιδή

καθώς και τα ώριμα φθινοπωρινά μοσχοστάφυλα,

που κρέμονται κάτω από την άψιλη κληματαριά.


Ούτω άδω ύμνο εις το όνομα Σου,

ενώπιόν Σου και με τα δάκρυά μου.


Κατανοώ την απεραντοσύνη της θάλασσας

ατελείωτη, ασίγαστη, ακούραστη κι ανεξερεύνητη.

Την βοή των έξαλλων κι ανήσυχων κυμάτων της,

που έρπει στ' ακρογιάλια σαν ανέσπερο χάδι χαράς.


Ούτω άδω ύμνο εις το όνομα Σου,

ενώπιόν Σου και με τα δάκρυά μου.


Κατανοώ την άγια γη, που κεντάει η μέλισσα

και αποτελεί υπέρτατη διάνυα κυρίων,

ασπιδοφόρα εγγύηση και προζύμια μάνα

στην μεγάλη μου ελπίδα που ανασαίνω.


Ούτω άδω ύμνο εις το όνομα Σου,

ενώπιόν Σου και με τα δάκρυά μου.


Κατανοώ το φως κάθε ημέρας, το σκότος κάθε νύχτας,

τη χαμογελαστή μικρή ροδιά του κήπου μου

με τα τρυφερά και λεπτεπίλεπτα κόκκινα λουλούδια της,

που καμία υποκρισία δεν τα λερώνει.


Ούτω άδω ύμνο εις το όνομα Σου,

ενώπιόν Σου και με τα δάκρυά μου.


Κατανοώ τους ουράνιους κόσμους του σύμπαντός Σου,

έργο, που με τόση μεγαλειώδη σοφία συνετέλεσες.

Όλα ανεκφραστώς εστεφανωμένα, πορεύονται

με απόλυτη τάξη και με την θαυμαστή σου αγάπη και πρόνοια.


Ούτω άδω ύμνο εις το όνομα Σου,

ενώπιόν Σου και με τα δάκρυά μου.


Κατανοώ κάθε τι, που έχει ζωή και αέναα αναπνέει,

κάθε τι, που εκπέμπει και προκαλεί θαυμασμό

μέχρι σημείου καταπλήξεως και φόβου,

κάθε τι, που είναι ματαιότητα και περαστικό φύσημα ανέμου.


Ούτω άδω ύμνο εις το όνομα Σου,

ενώπιόν Σου και με τα δάκρυά μου.


Κατανοώ το έλεος Σου, το ανεξάντλητο,

που διαρκεί αιωνίως και μεθ' υπομονής

όταν υψώνω τάχα ακόμα το γλυκό μου παράπονο

πάνω στο ρυάκι, που ανοίγει το κλάμα μου.


Ούτω άδω ύμνο εις το όνομα Σου,

ενώπιόν Σου και με τα δάκρυά μου.


Κατανοώ τ'αναρίθμητα δεινά, που με κύκλωσαν

τα οποία έκρυψα βαθειά μες την καρδία μου

ώστε να τα γνωρίζουμε από κοινού μόνο Εσύ κι εγώ.

Συ όμως με απολύτρωσες και έτρεξες εις την βοήθειά μου.


Ούτω άδω ύμνο εις το όνομα Σου,

ενώπιόν Σου και με τα δάκρυά μου.


Κατανοώ τις προσευχές και ικεσίες, που στέλνω κάθε στιγμή

μες τα πελάγη των σφαλμάτων και ματαιοτήτων μου,

καλλιεργώντας μ' άπειρο πείσμα το σεπτό κι αγλαό όραμα

των αναστημένων από τα Σεραφείμ πόθων μου.


Ούτω άδω ύμνο εις το όνομα Σου,

ενώπιόν Σου και με τα δάκρυά μου.


Κατανοώ το υπό μορφήν παραβολής πνεύμα Σου,

που εμπνέει πρόσωπα και πρόσωπα, κόσμους και κόσμους

και πορεύετε αντάμα με εκείνους, που γυρεύουν τις φλέβες

που θα τους μπάσουν στ' απείρου την κυψέλη.


Ούτω άδω ύμνο εις το όνομα Σου,

ενώπιόν Σου και με τα δάκρυά μου.


Κατανοώ το μυστήριό Σου, που λύνει κάθε διέξοδο.

Τον σπόρο, που σάπισε στο χωράφι και το ψωμί που σώθηκε,

τα τόσα πηγάδια, που δεν έχουν σταγόνα νερό

και τα τόσα σπίτια, που δεν γνώρισαν ποτέ άσπρη μέρα.


Ούτω άδω ύμνο εις το όνομα Σου,

ενώπιόν Σου και με τα δάκρυά μου.


Κατανοώ τ' αναρίθμητα χέρια της αγάπης

όταν σφίγγουν τ' απύθμενα σύμβολά Σου

ξέχειλα φως, χάρη, μεγαλοσύνη και ομορφιά

κάτω από τις λεπτές και τρεμάμενες φλόγες των λυχναριών.


Ούτω άδω ύμνο εις το όνομα Σου,

ενώπιόν Σου και με τα δάκρυά μου.


Κατανοώ την καλοσύνη, που'ναι επουράνια,

το καθάριο τραγούδι της με τις ανίσκιωτες χάρες τις

αλλά και το φορτίο της γεμάτο στοργή, σεμνότητα

και αέναο θαύμα, που μας κράτα μακριά από τις μικρότητες.


Ούτω άδω ύμνο εις το όνομα Σου,

ενώπιόν Σου και με τα δάκρυά μου.


Κατανοώ δε ακόμα το μίσος, τη κακία και τον φθόνο,

που κρατούν στα κοφτερά δόντιά τους τον κόσμο

καθώς λαχταρώ να τα θάψω σ'έναν ονειρεμένο τόπο,

ελευθερωμένο από κάθε φαρμακερό και φονικό πάθος.


Ούτω άδω ύμνο εις το όνομα Σου,

ενώπιόν Σου και με τα δάκρυά μου.


Κατανοώ το φωτεινό βασίλειο των ταπεινών,

τις κρυφές αστραπές των αδικημένων από ελπίδες

και το τραχύ και βροντερό περπάτημα των καιρών

κάτω απ'του ουράνιου τόξου τ'αναρίθμητα φιλιά.


Ούτω άδω ύμνο εις το όνομα Σου,

ενώπιόν Σου και με τα δάκρυά μου.


Κατανοώ την απέραντη μοναξιά της ευθύνης

καθώς διαβαίνω την φαρμακερή φιδίσιά της στράτα.

Την ιερή ώρα του οργώματος πάνω στο ξύλινο αλέτρι

και την ταπεινότητα των ποιητών, που τρέφετε στο περιθώριο.


Ούτω άδω ύμνο εις το όνομα Σου,

ενώπιόν Σου και με τα δάκρυά μου.


Κατανοώ το ασήκωτο όραμα της Δικαιοσύνης Σου

καθώς είμαι ο πρώτος υπερασπιστής στο θαύμα της

κατά των αναρίθμητων θεόρατων θυελλών,

που ξεθεμελιώνουν και εξανδραποδίζουν την ελπίδα για το δίκιο.


Ούτω άδω ύμνο εις το όνομα Σου,

ενώπιόν Σου και με τα δάκρυά μου.


Κατανοώ τη χαρά και τις αναρίθμητες μπόρες της θλίψης,

που ταξιδεύουν σεμνά και σιωπηρά από τον πόνο στο θάνατο,

την ασύλληπτη αέναη μάχη μου κατά του αβάστακτου κακού

καθώς και τα χουγιαχτά των δειλών, που με περικυκλώνουν.


Ούτω άδω ύμνο εις το όνομα Σου,

ενώπιόν Σου και με τα δάκρυά μου.


Κατανοώ την φωλιά που κτίζει το χελιδόνι,

το ηλιοτρόπιο χαμόγελο του διψασμένου βρέφους,

την ορφανεμένη μοίρα, που πηγαίνει και έρχεται

και την ματωμένη αγάπη, που δεν φτάνει ποτέ.


Ούτω άδω ύμνο εις το όνομα Σου,

ενώπιόν Σου και με τα δάκρυά μου.


Κατανοώ τη μικρή αιωνιότητα της ζωής που μας χάρισες,

το παντοτινό ανεξιχνίαστο, εναγώνιο ερώτημα,

τον ήλιο, που κανείς δεν βλέπει, το σήμερα που χάνετε

και το αύριο, που σβήνει λίγο πριν προλάβει να ανάψει.


Ούτω άδω ύμνο εις το όνομα Σου,

ενώπιόν Σου και με τα δάκρυά μου.


Κατανοώ το θάνατο της ανθισμένης λεμονιάς,

την αρχαγγελική σάλπιγγα, που θεμελιώνει τη μοίρα,

τον χρόνο, που διακόπτετε μέσα στα αλμυρά μας δάκρυα

καθώς πισωγυρίζει στις σκοτεινές βαθιές πήγες του.


Ούτω άδω ύμνο εις το όνομα Σου,

ενώπιόν Σου και με τα δάκρυά μου.


Κατανοώ την αιώνια ζωή, που ξαναγυρίζει στο φως

με την πληρότητα και την αγνότητα της αθανασίας,

το ελπιδοφόρο αναστάσιμο ανέβασμα του χελιδονιού

στην ουράνια αγκαλιά, που χωρεί τόσους και τόσους γαλαξίες.


Ούτω άδω ύμνο εις το όνομα Σου,

ενώπιόν Σου και με τα δάκρυά μου.


Κατανοώ όλα τα νοητά και μη, που δεσπόζουν τον κόσμου Σου,

τα όσα μέχρι τώρα απεκαλύφθησαν δια της θαυμαστής προστασίας Σου

και τα όσα θα αποκαλυφθούν στους απροσμέτρητους προσεχούς χρόνους

καθώς και τη βασιλεία Σου διηνεκώς στους ατελεύτητους αιώνες.

.

Ούτω άδω ύμνο εις το όνομα Σου,

Κύριε

ενώπιόν Σου και με τα δάκρυά μου.


Το ζητούμενο η μικρότερη απόσταση από τον Θεό


Στάση ενδέκατη

Η ματαιότητα



Κύριε


Ματαίως εκοπίασαν όσοι έψαχναν το μεγάλο όνειρο,

οι αλαζονικοί με την ασύλληπτή τους δύναμη

διότι εχόρτασαν μόνο αγαθά των συμφόρων

μέσα στην σκοτεινή φυλακή της ανομίας.


Συ γνωρίζεις από τί επλάσθημεν

και ότι είμεθα παρασυρόμενο χώμα

προς τα φθαρτά και τα μάταια.


Ματαίως εκοπίασαν αγρούς και φύτεψαν αμπέλους

και εποίησαν άφθονο παραχθέντα καρπό

από την καλλιεργηθείσα γη με κόπους βαρείς

αφού εσφαλμένα εκινήθεισαν μετά περιφρονήσεως και χλεύη.


Συ γνωρίζεις από τί επλάσθημεν

και ότι είμεθα παρασυρόμενο χώμα

προς τα φθαρτά και τα μάταια.


Ματαίως εκοπίασαν άνθρωποι εις τα γήινα προσκολλημένοι

με πονηρά σχέδια και εφαρμοστούς διαλογισμούς

και επιζήτησαν δια δόλο την καταστροφή του πλησίον

ώστε να τους μισεί και να τους αποστρέφεται η θεία δίκη.


Συ γνωρίζεις από τί επλάσθημεν

και ότι είμεθα παρασυρόμενο χώμα

προς τα φθαρτά και τα μάταια.


Ματαίως εκοπίασαν όσοι εργάζονται στην ανομία

μακριά από την απλότητα, την καλοσύνη και το φως,

Όσοι πορεύονται θεότυφλοι μες τα σκοτάδια

με τις σκιαχτερές βρόμικες παρουσίες τους.


Συ γνωρίζεις από τί επλάσθημεν

και ότι είμεθα παρασυρόμενο χώμα

προς τα φθαρτά και τα μάταια.


Ματαίως εκοπίασαν οι αντίπαλοι αδικούντες με,

με απάτη, δολερά ψεύδη, πονηρές συκοφαντίες

καθώς και με την στήριξη των ανειλικρινών ψευδομαρτύρων.

Συ όμως με λύτρωσες από τις εσκεμμένες πλεκτάνες τους.


Συ γνωρίζεις από τί επλάσθημεν

και ότι είμεθα παρασυρόμενο χώμα

προς τα φθαρτά και τα μάταια.


Ματαίως εκοπίασαν οι θρεμμένοι με τα μακρινά οράματα,

που δεν χόρτασαν τόσους τάφους και τόσο αίμα

και συνεχίζουν να ξεσχίζουν με τα σατανικά τους νύχια

τα δένδρα της χάριτος και χαράς καθώς τις ρίζες της αγάπης.


Συ γνωρίζεις από τί επλάσθημεν

και ότι είμεθα παρασυρόμενο χώμα

προς τα φθαρτά και τα μάταια.


Ματαίως εκοπίασαν πολεμιστές, που σφυρηλατούν

το σίδερο, το ατσάλι και τα βροντερά κανόνια τους.

Ξέχειλοι από άφθονο μίσος και έρεβος

κρατούν κάτω από την οπλή τους την ανθρωπότητα.


Συ γνωρίζεις από τί επλάσθημεν

και ότι είμεθα παρασυρόμενο χώμα

προς τα φθαρτά και τα μάταια.


Ματαίως εκοπίασαν μες την τρισάθλια πλάνη τους

αυτοί που ανεγείρουν και όλο καταστρέφουν

με βόμβες νετρονίου, πλουτωνίου και ραδιενέργεια

τα όσα δημιούργησες στον θαυμαστό σου κόσμο.


Συ γνωρίζεις από τί επλάσθημεν

και ότι είμεθα παρασυρόμενο χώμα

προς τα φθαρτά και τα μάταια.


Ματαίως εκοπίασαν κυνηγοί άπληστοι του κέρδους,

φαύλοι ,κούφιοι, άθλιοι, τυχοδιώκτες κι αρνητές.

Τόσοι πολλοί, θάφτηκαν στο βαθύ πηγάδι του μηδέν

που μόνο σκιές και σκοτάδια το γεμίζουν.


Συ γνωρίζεις από τί επλάσθημεν

και ότι είμεθα παρασυρόμενο χώμα

προς τα φθαρτά και τα μάταια.


Ματαίως εκοπίασα για τους ανεκπλήρωτούς μου πόθους

να βρω τη ζωή, τη χαρά, το φως

κι όλο να τρέχω στου μαύρου μου χαμού τα μέρη

και στα φρικτά κελεύσματα του κάθε πόνου.


Συ γνωρίζεις από τί επλάσθημεν

και ότι είμεθα παρασυρόμενο χώμα

προς τα φθαρτά και τα μάταια.


Ματαίως εκοπίασαν, λαχτάρισαν και αγωνίστηκαν

με τόση άγρια λύσσα στης ζήσης το καμίνι.

Τώρα καλεί ο θάνατος και τους ξεσχίζει

κλίνει λογαριασμούς κι οριστικά τους σβήνει.


Συ γνωρίζεις από τί επλάσθημεν

και ότι είμεθα παρασυρόμενο χώμα

προς τα φθαρτά και τα μάταια.


Ματαίως εκοπίασαν στο κακοτράχαλο ανέβασμα της νίκης,

εκεί, στη τρομερή κι απάτητη κορυφή της.

Κι όμως σκαλί σκαλί πίσω κατρακυλούν στην ερημία τους

γυμνοί, απόκοσμοι, χαμένοι, γερασμένοι.


Συ γνωρίζεις από τί επλάσθημεν

και ότι είμεθα παρασυρόμενο χώμα

προς τα φθαρτά και τα μάταια.


Ματαίως εκοπίασαν όσοι προσπάθησαν να φανούν κάτι

διαβεβαιώνοντας τους άλλους, πως δεν γνωρίζουν τίποτα

καθώς και όσοι θεώρησαν τους εαυτούς τους φωτισμένους

βλέποντας τις ελλείψεις μόνο των άλλων κι όχι τις δικές τους.


Συ γνωρίζεις από τί επλάσθημεν

και ότι είμεθα παρασυρόμενο χώμα

προς τα φθαρτά και τα μάταια.


Ματαίως εκοπίασαν άνθρωποι τυφλωμένοι

συνέπειας της αλαζονείας, που τους εμπνέει φθόνο.

Να φαντάζεστε, πως μπορεί να πέσουν ανά πάσα στιγμή

από ένα πολύ απλό και απρόοπτο φύσημα.


Συ γνωρίζεις από τί επλάσθημεν

και ότι είμεθα παρασυρόμενο χώμα

προς τα φθαρτά και τα μάταια.


Ματαίως εκοπίασαν να πραγματοποιήσουν τα απραγματοποίητα

αφού στη ζωή τους δεν έψαξαν να βρουν τις ευκαιρίες

που τους παρουσιάζονταν για να γίνουν κάπως ευτυχισμένοι.

Είχαν την αφέλεια να ζητούν μόνο το άφθαστο και το αδύνατο.


Συ γνωρίζεις από τί επλάσθημεν

και ότι είμεθα παρασυρόμενο χώμα

προς τα φθαρτά και τα μάταια.


Ματαίως εκοπίασαν οι υπερηφανευόμενοι μόνο την επιτυχία

καθώς έλαβαν περισσότερα απ' όσα έδωσαν.

Όμως δεν κατόρθωσαν να γίνουν άνθρωποι της αξίας,

που αντιθέτως δίνουν περισσότερα απ' όσα λαμβάνουν.


Συ γνωρίζεις από τί επλάσθημεν

και ότι είμεθα παρασυρόμενο χώμα

προς τα φθαρτά και τα μάταια.


Ματαίως εκοπίασαν οι εχθροί Σου κι αποτόλμησαν πονηρά έργα

μετ' ασεβούς καυχήσεως κατά του προσώπου Σου

ενώ γνώριζαν ότι είναι εγκλεισμένοι εν τη παλάμη Σου

ένεκα επικείμενης αυστηρής κρίσεώς σου.


Συ γνωρίζεις από τί επλάσθημεν

και ότι είμεθα παρασυρόμενο χώμα

προς τα φθαρτά και τα μάταια.


Ματαίως εκοπίασαν οι κοινοί κόλακές μου, που έπλεκαν εγκώμια.

Ενώ, κατά εμού υπούλως μελετούσαν το άνομο εγκληματικό τους σχέδιο.

Σ' αυτούς, Συ, θα υψωθείς κραταιός και δυνατός προστάτης μου,

ώστε η αποτυχία τους να είναι βέβαιη και ολέθρια.


Συ γνωρίζεις από τί επλάσθημεν

και ότι είμεθα παρασυρόμενο χώμα

προς τα φθαρτά και τα μάταια.


Ματαίως εκοπίασαν οι ανήσυχοι και δημιουργικοί κοπιούντες

με το αιχμηρό βλέμμα στραμμένο μόνο στο μέλλον

δίχως αναζήτηση επιστροφής στις ρίζες,

επιμένοντας να σβήσουν και να πεθάνουν το παρελθόν.


Συ γνωρίζεις από τί επλάσθημεν

και ότι είμεθα παρασυρόμενο χώμα

προς τα φθαρτά και τα μάταια.


Ματαίως εκοπίασαν οι εκλιπαρούντες τη σώφρονα δύναμή Σου

να Σου ζητήσουν αχόρταστο προικισμένο νου και σώμα.

Ευτυχώς, που δεν εκτέλεσες το πονηρό θέλημά τους.

Εάν κάτι τέτοιο τους είχες δωρίσει, θα Σε είχαν δια παντός αγνοήσει.


Συ γνωρίζεις από τί επλάσθημεν

και ότι είμεθα παρασυρόμενο χώμα

προς τα φθαρτά και τα μάταια


Ματαίως εκοπίασαν και ταυτίστηκαν με τους κοσμικούς.

Πλανεμένοι επηρεάστηκαν από τα πνεύματά τους.

Δεν ταυτίστηκαν όμως μ' Εσέ και με το θέλημά Σου

και δίχως φρόνηση απόλαυσαν τα φθαρτά κι έχασαν τα πάντα.


Συ γνωρίζεις από τί επλάσθημεν

και ότι είμεθα παρασυρόμενο χώμα

προς τα φθαρτά και τα μάταια.


Ματαίως εκοπίασαν και δίδαξαν τη καλοσύνη και την ευεργετικότητα

αλλά μακριά από τη σύνεση, τη σοφία και την τελεία του νόμου.

Έτσι διέπραξαν πλήθος αδικημάτων οι περιφρονούντες των νόμων Σου

και επήλθε αποτέλεσμα φλυαρίας απατηλό και σαθρό.


Συ γνωρίζεις από τί επλάσθημεν

και ότι είμεθα παρασυρόμενο χώμα

προς τα φθαρτά και τα μάταια.


Ματαίως εκοπίασα για την έπαρση των διαλογισμών μου,

τις βδελυρές μου επιορκίες και τις αμαρτωλές μου αδικίες.

Τώρα, δεν ξέρω για ποιο κρίμα μου να πρωτοκλάψω,

για ποιους ματαιόδοξους σκοπούς μου να θρηνήσω.


Συ γνωρίζεις από τί επλάσθημεν

και ότι είμεθα παρασυρόμενο χώμα

προς τα φθαρτά και τα μάταια.


Ματαίως εκοπίασαν και επιτέλους με παρατεταμένη αγωνιά

στάθηκαν και Σε ρώτησαν: που' ναι το νόημα και που ο σκοπός ;

Πίσω από των νεφελών επρόβαλε δυνατή και βροντερή φωνή

και είπε το στόμα αυτής: ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης.


Συ, Κύριε, γνωρίζεις από τί επλάσθημεν

και ότι είμεθα παρασυρόμενο χώμα

προς τα φθαρτά και τα μάταια.