Κάνε μόνο εκείνο που μπορείς και όχι εκείνο που θέλεις.

Ποιήματα - Poésies - Şiirler

ΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

POÉSIE EN LANGUE GRECQUE

YUNAN DİLİNDE ŞİİRLER

Σκληρός ο λόγος μου

αλλά λόγος δικαίου,

γεωμετρικός.



Μέσα στου Άδη τη γαλήνη

(Ελεγεία σ' ένα νεκρό ποιητή)


Μέσα στου Άδη τη γαλήνη

η νύχτα τρέχει απλωμένη.

Κι όταν το σκότος τη βαραίνει

σπέρνει τον τρόμο η οδύνη.


Ο Χάρος χωρίς καλοσύνη

με τη φωνή του μανιασμένη

και την ψυχή του κολασμένη

καίει, πυρώνει το καμίνι.


Τώρα στο μαλακό σου χώμα

η θεία φύση μουρμουρίζει

κι ο Κέρβερος τα δόντια τρίζει

πάνω στο άχραντό σου πτώμα.


Παιδί του λόγου χαϊδεμένο

ποιος το γραμμένο του να ξέρει,

πνοή γαλήνια για να φέρει

μέσα στον κόσμο το χαμένο;


Συ, π' αναστήθηκες και πάλι

λίγο τον κόσμο να φωτίσεις,

τι περιμένεις ν' αποκτήσεις

μέσα στο μαύρο γυρωγυάλι;


Κι όταν του Κέρβερου οι χτύποι

φτάσουν βαθιά μες στην καρδιά σου,

τρέμει ολόκληρη η θωριά σου,

βογκούν της κόλασης οι κήποι.


Για δες μέσα στο καυτερό λιοπύρι

το φως του ήλιου έχει στερέψει.

Βραδύ το βήμα μες στη σκέψη

κι ο Χάρος στήνει πανηγύρι.


Μέσα στου Άδη τη γαλήνη

η νύχτα τρέχει απλωμένη

με μια καρδιά βασανισμένη

που την τεφρώνει το καμίνι.


Κι ας πέθανες, ω ποιητή!

Οι στίχοι σου δεν θα γεράσουν.

Ίσως βρεθούν για σε να κλάψουν

αυτοί που σ' έχουν ονειρευτεί.


Μέσα στης κόλασης τη φρίκη

μόνο η ρίμα σ' απομένει.

Μα η ψυχή χλωμή μαραίνει

και σέρνεται στην καταδίκη.


Τι απέγινε η αγάπη,

που στα ποιήματά σου υμνούσες;

Σκέψη του βίου που φθονούσες

τη δέρνει τώρα το δρολάπι.


Μέσα στου Άδη τη γαλήνη

η νύχτα τρέχει απλωμένη

και μια ψυχή μακαρισμένη

το μαύρο πόθο της ξεχύνει.


Τι κακό στη γη τους έκανες,

που δεν είχαν μάτια να σε δουν;

Κι όμως τώρα σε υμνολογούν

λογής μυριόπλουμοι αιώνες.


Μες στα ολόπηχτα, σκοτάδια

σαν φάντασμα υψώνεις,

χλωμός και μαραμένος λιώνεις

χωρίς της ρίμας σου τα χάδια.


Μια μουσική μες στη μαυρίλα

αργά γλιστρά βουβά τριγύρα,

εράνει πάνω σου τα μύρα

σκορπώντας μια ανατριχίλα.


Τ' άπειρο έχεις ντυθεί

για λάβαρο κρατάς τη Γνώση.

Μήτε τραγούδι θα σε σώσει,

μήτε ελπίδα θα βρεθεί.


Κι η δημιουργός σου σκέψη

σαν φέγγος γέρνει στο σκοτάδι.

Μας φέρνει την αυγή στον Άδη

τον πόνο μας για να γιατρέψει.


Μέσα στου Άδη τη γαλήνη

η νύχτα τρέχει απλωμένη

με μια ψυχή ταπεινωμένη

τη μαύρη της κραυγή ν' αφήνει.



Ιωάννης Μποζίκης

Ο Μεγάλος Άνεμος - 2005







Όταν εσύ σωπαίνεις ...


Ιωάννα, όταν εσύ σωπαίνεις ,

ένα γεράκι ξεπετιέται μέσα από τα άγρια κύματα των σπλάχνων μας.

Κεραυνοί γεμίζουν τα θεμέλια των ψυχών μας.

Η μέρα, απρόσιτη κι αυτή χάνεται μέσα από τα χέρια μας

και μόνο, ένα φοβάμαι ακούγεται πάνω στα μυστικά μας χείλη.

Όταν εσύ σωπαίνεις, σβήνονται οι πήγες, χάνονται οι βρύσες,

ξεραίνονται όλα τα ποτάμια, όπου πίνουν οι ψυχές μας

και το κλειδί της δυστυχίας κλείνει οριστικά τις αυλές μας.


Όταν εσύ σωπαίνεις,

ένας νεκρός χρόνος σεργιανάει στα μάτια μας.

Ωριμάζει η θλίψη, ωριμάζει κι ο θάνατος

και κανείς πια δεν μας θυμάται και κανείς δεν μας υπολογίζει.

Σωριάζεται η δυστυχία στο κατώφλι μας

και η μανιασμένη αδικία

βλασταίνει και λιτανεύει στην απουσία μας.


Όταν εσύ σωπαίνεις,

πυκνώνουν όλα τα σκοτάδια.

Κάποιοι επιτήδειοι με τις αξίνες και τα λοστάρια τους

σκάφτουν την αποτρόπαια νύχτα.

Κοίτα Ιωάννα, κοίτα, πως οι φρικτές και αλητήριες σκιές

τόσο τέλεια λογχεύουν το στόχο τους,

πως οι δολοφόνοι σκοπευτές

με ακρίβεια τοξεύουν τα φονικά τους βέλη

και πως ο χρόνος αδιάφορα και παράξενα

σταματά εκεί, στου θανάτου την παγερή αγκαλιά.


Όταν εσύ σωπαίνεις,

κρυώνουν τα πουλιά, τα έντομα, κρυώνουν τα δέντρα,

κρυώνουμε και εμείς οι δυο μέσα στην τόση γυμνότητα

και κάτω από το βαρύ πάτημα της ελεεινής αδιαφορίας μας.


Όταν εσύ σωπαίνεις,

εγώ, πεθαίνω, πεθαίνεις κι εσύ

αλλά κυρίως πεθαίνει ο άνθρωπος, ο συνάνθρωπός μας.

Μαζί μας πεθαίνουν ο στερνός δρόμος του φωτός

κι ο ωραίος μας αυτός Κόσμος.

Ναι, Ιωάννα, ο ωραίος μας αυτός Κόσμος,

που κάποτε, εσύ, ερχόσουν να με βρεις

για να μου πεις, ότι ήταν τόσο ωραίος.


Όταν εσύ σωπαίνεις,

πλησιάζουν οι καιροί, που σε όλα σκύβουμε το κεφάλι.

Καιροί, που θυσιάζουν και σφάζουν τα παιδιά μας .

Αιωρείται τροχισμένο και λαμπερό το μυτερό μαχαίρι του Κάιν.

Και όσα τριαντάφυλλα βλέπουμε να στολίζουν τις πλατείες,

δεν είναι παρά μόνο τα πτώματα

της δολοφονημένης συνείδησης και ευθύνης μας.


Όταν εσύ σωπαίνεις,

Καταδικάζεται οριστικά η ελπίδα και Θανατώνεται.

Και πλέον μας γίνεται δύσκολο και να αγαπάμε

και να ξαναβρούμε τους εαυτούς μας.

Τότε, Ιωάννα μετράμε,

μόνο μετράμε τους δειλούς και ατέλειωτους θανάτους μας...

Όταν εσύ, Ιωάννα σωπαίνεις...

Κι όταν όλοι μαζί σωπαίνουμε...



Ιωάννης Μποζίκης

Στο Μάτι του Θανάτου - 2016

Το μεν αντίθετο μας συμπληρώνει,

το σύμφωνο μας κάνει υποκριτές

και το ακρ' αντίθετο σκοταδιστές.


Ιωάννα, φοβάμαι ...


Φοβάμαι τους επαγγελόμενους τη σωτηρία αυτής της γης, διότι ποτέ σωτηρία δεν είδαμε παρά μόνο σκόρπια λόγια, που εξανεμίστηκαν στο βρόντο!

Φοβάμαι τους εκατό, τους διακόσιους ή τους εξακόσιους εξήντα έξι λαίμαργους, που προσπαθούν με δόντια και με νύχια, να αρπάξουν τ' αγαθά αυτής της γης, αλλά και τους υπόλοιπους, τους απαθείς, που αφήνονται στην τύχη των γεγραμμένων!

Φοβάμαι τους δειλούς και μικρόψυχους ειρηνιστές, που έχουν τα μάτια τους κλειστά, τ' αφτιά τους βουλωμένα και δεν τολμούν να στυλώσουν τα αναστήματά τους σ' αυτά τα τέρατα, που πυρπολούν εκατομμύρια αθώους!

Φοβάμαι το σκοτάδι Ιωάννα, αλλά πιότερο, το σκοτάδι, που έχουν όλα αυτά τα τέρατα της γης μες στις εωσφορικές ψυχές τους, διότι, αυτό ακριβώς το σκοτάδι, δυστυχώς, θα καταφέρει να σκεπάσει τον ήλιο, που παλεύει μόνος κι ασυμβίβαστος, για λίγο φως πάνω σ' αυτόν τον έρημο πλανήτη!

Φοβάμαι τους πονηρούς κι ανέντιμους τεχνοκράτες, αλλά και τους σοφούς μ' αγνές ψυχές, που εν γνώσει τους, ψεύτες, θηρία, τέρατα, στα ύψη ανεβάζουν!

Φοβάμαι όλους τους ύπουλους αυτής της γης, που γλείφοντας, έρποντας ανέντιμα και καιροσκοπικά, πάνω στις πλάτες μας, αυξάνουν και ψηλώνουν!

Φοβάμαι τους δήθεν ασυμβίβαστους, που στο τέλος της πορείας τους, ασυλλόγιστα, ανταλλάζουν τα όνειρα και τις ελπίδες μας, με της ντροπής το χρήμα!

Φοβάμαι τους διστακτικούς, που με την αμφιβολία τους, πολλές φορές μας δηλητηριάζουν και μας κάνουνε πάντα, να χάνουμε τις ευκαιρίες και τις γενναίες αποφάσεις, που ήταν δυνατόν να πραγματοποιήσουμε!

Φοβάμαι τους αμαθείς, που δεν ξέρουν απολύτως τίποτα, αλλά κυρίως, τους ημιμαθείς, που νομίζουν πως τα ξέρουν όλα κι ό,τι δεν ξέρουν, τους φαίνεται περιττό ή λανθασμένο!

Φοβάμαι αυτούς, που επιλέγουν τις ακρότητες ως υγιή λογική και δυστυχώς οδηγούνται στην άκρα αδικία και στην πλάνη!

Φοβάμαι το αισχρό κέρδος, διότι αυτό κρατάει την ψυχή μας αισχρή, μας κάνει αδιάφορους, κακούς, εγωκεντρικούς και στο τέλος, μας τρώει και το κεφάλι!

Φοβάμαι τους αισιόδοξους, που θέλουν να βλέπουν μόνο την καλή όψη κάθε γεγονότος και να λένε πώς όλα πάνε καλά, ενώ, όλα πάνε παντελώς άσχημα!

Φοβάμαι τους άθεους, όχι αυτούς, που έχουν λόγους να μην θέλουν την ύπαρξη του Θεού, αλλά αυτούς, που δεν έχουν λόγους, διότι είναι οι μεγαλύτεροι ανόητοι και οι πιο ανυπόφοροι παράφρονες του ανθρώπινου είδους!

Φοβάμαι τους φτωχούς, τους αδύνατους, που θεωρούνται τ' ασθενή πλάσματα, γιατί έχουνε δίπλα τους έναν ισχυρό εχθρό. Όμως, όταν ανακαλύπτουν και αυτοί πώς να εκμεταλλεύονται σωστά τις αδυναμίες τους, γίνονται ισχυροί και έτσι παύουν να είναι με το μέρος των φτωχών και των αδυνάτων!

Φοβάμαι την αδικία, κυρίως όταν γίνεται εν ονόματι του νόμου. Τη θεωρώ ανυπόφορη, διότι επιβάλλει το γράμμα του νόμου έναντίον του ουσιαστικού δικαίου!

Φοβάμαι τους συμπατριώτες μας, που είναι έτοιμοι να άλληλοσπαραχτούν με το ίδιο πάθος, με την ίδια κακόβουλη μανία, για να επαναφέρουν και πάλι τις θλιβερές εκείνες ημέρες της αδελφοκτονίας!!

Φοβάμαι το νέο μεσαίωνα, Ιωάννα, που έρχεται ολοταχώς, για να εδραιωθεί στην Ευρώπη και να καταδιώξει και πάλι Καθαρούς και Αλβιγήνους!!

Φοβάμαι τα νέα ιεροεξεταστικά δικαστήρια των νεότερων Θωμά Τουρκοεμάδα, Κόνραδ φον Μαρβούργ, Μαρίας της καθολικής της αιμόσταγης, που θα στηθούν και πάλι για να δικάσουν δίχως τυπικές και ουσιαστικές εγγυήσεις, αμείλικτα, αμερόληπτα, βίαια, βασανιστικά, εκατομμύρια αλλόδοξους ανθρώπους!!

Φοβάμαι τον Άγιο Εσφιγμένο τον ιερομόναχο του Άθω, αλλά και όλη την ακολουθία του, που αγωνιούν όλοι τους επίμονα για την σωτηρία της αθανάτου ψυχής μου και με καλούν εδώ και χρόνια, να αποσύρω από την κυκλοφορία το πρώτο μου ποιητικό πόνημα και να κυκλοφορήσω ένα φυλλάδιο, στο οποίο θα ομολογώ το σύμβολο της Αμωμήτου Ορθοδόξου ημών Πίστεως, για να μην συμπεριληφθώ κι εγώ στα αναθέματα των Αγίων Οικουμενικών Συνόδων και βρεθώ εκτός Εκκλησίας και Σωτηρίας!!

Φοβάμαι την ποίησή μας, Ιωάννα, που τρεκλίζει και είναι έτοιμη να πέσει και δεν έχει, δυστυχώς, τίποτα να δώσει στην ανθρωπότητα, παρά μόνο, ονειρική πλάνη, μικρόψυχη και ύπουλη μέθη, σκοτεινή και μολυσμένη εγωπάθεια!!

Φοβάμαι και την μεγάλη μας αγάπη, που δυστυχώς στις ημέρες μας έχει καταντήσει το μοναδικό μας καταφύγιο κατά της ματαιότητας, της ανησυχίας και της πλήξης!!

Ακόμα δε, φοβάμαι τους φίλους μου, εσένα Ιωάννα, όπως κι εμένα τον ίδιο, αλλά και όλους τους φοβισμένους, διότι, ναι μεν, μπορεί να σε αγαπώ και να με αγαπάς και να με εκτιμάς κι εσύ το ίδιο, αλλά επειδή οι καιροί μας είναι δύσκολοι και πονηροί, τίποτα από όλα αυτά δεν είναι βέβαιο. Πρέπει, ταυτόχρονα, να είμαστε έτοιμοι κι οι δυο μας, να αλληλοδεχτούμε κάποια μέρα και την ενδεχόμενη μεγάλη μας έχθρα.

Φοβάμαι Ιωάννα! Φοβάμαι και τρέμω στ' αλήθεια!!!



Ιωάννης Μποζίκης

Ιωάννα λίγη τρέλα δεν μας βλάπτει - 2009

Διαδηλώνουμε με λόγια και με έργα όπως κι ο Θεός


Οι φτωχοί τροχίζουν τα μαχαίρια τους


Οι φτωχοί τροχίζουν τα μαχαίρια τους, Ιωάννα

και σε λίγο το πανηγύρι θα αρχίσει!

Οι δρόμοι θα γεμίσουνε από εκατομμύρια πεινασμένους.

Θ' ανάψουν οι φωτιές

και μόνο ο θάνατος θα δοξαστεί

εκείνες τις ημέρες.

Η λαιμητόμος, ναι «η σωτήρια λαιμητόμος» του φτωχού,

και πάλι θα εξουσιάσει τις πλατείες.


Οι φτωχοί τροχίζουν τα μαχαίρια τους, Ιωάννα!

Ακούω την κάθε στιγμή,

την κάθε προετοιμασία τους!

Γκριτς! Γκριτς! Γκριτς! Χιλιάδες χέρια

είναι δοσμένα σ' αυτό το έργο της δικαίωσης!

Κι η λαιμητόμος στήνεται με την ίδια μανία!

Την ακούω! Τακ! Τακ! Τακ!

Στις ίδιες πλατείες του θανάτου

για να μας θυμίσουν ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται.


Οι φτωχοί τροχίζουν τα μαχαίρια τους, Ιωάννα!

Κυβερνήτες αδίστακτοι, αδιάφοροι πλούσιοι,

παράφρονες νεόπλουτοι,

μην αναπαύεστε σ' απάνεμο λιμάνι!

Το αίμα σας, που καταδυναστεύει τους αδύνατους,

τώρα θα ιερουργεί για να υφαίνουνε αυτοί οι καταπονεμένοι,

το ηλιοβασίλεμα της αναστάσεώς τους.


Γκριτς! Γκριτς! Γκριτς!!!

Οι φτωχοί τροχίζουν τα μαχαίρια τους, Ιωάννα!

Ανόητοι!! Κάντε λίγη σιωπή,

για να ακούσετε, ν' αφουγκραστείτε το βηματισμό τους!

Ντουπ! Ντουπ! Ντουπ!

Η λαιμητόμος στήνεται, την ακούω! Τακ! Τακ! Τακ!

Από μικραγγελούδια, από αθώα χερουβείμ,

που δεν έχουν τίποτα πια να είπουν,

παρά μόνο να σπάσουν και να σκοτώσουν!!


Οι φτωχοί τροχίζουν τα μαχαίρια τους, Ιωάννα!

Στριμώχνονται, καταπατιώνται, κλαίνε.

Καταριόνται για την ώρα, που γεννήθηκαν φτωχοί!!

Κι εμείς κλεισμένοι, στοιχειωμένοι

μέσα στους φιλντισένιους πύργους μας,

ίσως να μην αντιλαμβανόμαστε

για το κομμάτιασμα, για το κατακρεούργημα,

που μας περιμένει!!!


Οι φτωχοί τροχίζουν τα μαχαίρια τους, Ιωάννα!

Κι η λαιμητόμος περιμένει τον αγέραστο και γενναίο τιμονιέρη,

το νεότερο Ροβεσπιέρο της σύγχρονης Ιστορίας,

για να στρωθεί και να εδραιωθεί

το τρομοκρατικό μίσος της δικαίωσης,

που θα γεμίσει αστραπές και κεραυνούς

στην τόση βαρβαρότητα,

που δεν αλλάζει όψη!!


Οι φτωχοί τροχίζουν τα μαχαίρια τους, Ιωάννα!!!

Μαζί θα ξαναδούμε την Ιστορία,

μαζί θα ξαναζήσουμε το 1789!!!

Χίλια δάκτυλα θα σφίγγουν τα χορτασμένα

και λαίμαργα λαρύγγια μας,

χίλια χέρια θα μας βουλιάζουν

για να μας πνίξουν στα λασπωμένα έλη·

χίλιες πρόκες θα τρυπάνε τις μαυρισμένες εωσφορικές ψυχές μας,

χίλια χέρια θα μας σπρώχνουν σ' αυτά τα φονικά μαχαίρια,

χίλια καλάθια στολισμένα με ροδοπέταλα

και με αιματοβαμμένα σεντόνια

θα συσσωρεύουν τα τεμαχισμένα αμαρτωλά κορμιά μας,

χίλια πόδια τροπαιοφόρα θα κλωτσάνε με το ρυθμό της νίκης

τα πεσμένα κρανία μας!!!

Και στο τέλος, ναι στο τέλος, ένα σμήνος περιστέρια μόνο,

θα πετάει επάνω από το δίκαιο θάνατό μας!!!


Γκριτς! Γκριτς! Γκριτς!

Τους ακούω τώρα!!!

Είναι οι φτωχοί, που τροχίζουν τα μαχαίρια τους για εμάς!

Είναι οι φτωχοί της Ελλάδας και όλου του κόσμου,

πονεμένη μου Ιωάννα!!




Ιωάννης Μποζίκης

Ιωάννα λίγη τρέλα δεν μας βλάπτει - 2009


Στο Μαξιμιλιανό Ροβεσπιέρο

Θα σε περιμένουμε


Citoyen Robespierre,

véritable rejeton de la vertu et de la conscience morale !


Πολίτη Ροβεσπιέρε,

γνήσιε γόνε της αρετής και της ηθικής!

Σε ποια μαύρη χώρα θα' ρθεις και πάλι

για να ζήσεις τη φρικτή σου εμπειρία;

Πότε θα ξαναζωντανέψεις τη βαθιά μαχαιρωμένη Δικαιοσύνη;

Και πότε θα ξεσταυρώσεις τα χέρια της φυλακισμένης Νέμεσης

για να διώξεις τους νέους Ξέρξηδες και Αρταξέρξηδες,

που ροβολούν ακάθεκτα στις αφύλακτες Δημοκρατίες;

Με κούφιες ελπίδες, συμφορές και δάκρυα,

ατέλειωτη είναι Ροβεσπιέρε η περιπλάνησή μας σε τούτη τη ζωή.

Εδώ που ζούμε, στ΄ αξεδιάλυτα σκοτάδια του Ερέβους

όμοια με τις βαθιές σπηλιές του Κύκλωπα

και τους χαροκόπους γρυλισμούς του Άδη,

σερπετά, με το βλέμμα του δολοφόνου σέρνονται.

Θανατηφόρα και ξέχειλα δηλητήρια

σφυρίζουν από χαρά,

ψάχνοντας να δαγκώσουν τις αμαρτωλές σάρκες μας!

Τρωκτικά με σιδερένιες και κοφτερές μασέλες

σπάνε και αλέθουνε τα κόκκαλά μας!

Όρνια πολυκέφαλα, με γαμψά νύχια και ράμφη αιματηρά

γυροφέρνουν μες την καταπαχτή

με την ελπίδα κάτι να αρπάξουνε κι αυτά

από τις βρομερές ψυχές μας!

Βλέπεις, μικρέ μου Δικαστή της Αrras,

εδώ που φτάσαμε, στο ζοφερό βασίλειο του κακού,

τίποτα δε μας μένει πια!

Μας ανάγκασαν να ξεχάσουμε τη σεμνή σοφία της Γαίας!

Μας πήραν όλο το φως από το φως του Ήλιου μας

και μας εμπόδισαν να πάρουμε το δρόμο της χαράς!

Κονιορτοποίησαν την αξιοπρέπειά μας, τις αξίες μας

και ξερίζωσαν την αγάπη από τις καρδιές μας,

υποτάσσοντάς την στον ατελείωτο πόνο.

Όπουθε να πάμε, όπουθε να στρίψουμε τα μάτια μας,

όλο βρομιά βλέπουμε γύρω μας

και νύχτα στις σελίδες της Ιστορίας!

Βουλιάζουμε, Ροβεσπιέρε!

Βουλιάζουμε στη σκουριά, στη λάσπη και στην τέφρα.

Και μας φιδώνει η αλαζονεία,

και μας φιδώνουν η αχαριστία και η αδικία,

η αμαρτία, η ακολασία κι η κραιπάλη.

Και μας φιδώνουν η αμφιβολία κι ο δισταγμός,

οι κλειστές πόρτες, τα σφραγισμένα παράθυρα

και τα ματωμένα μαχαίρια!!

Όλοι σκοτώνουμε!!!

Όλοι δολοφονούμε!! Και δίχως εξαίρεση!

Γέροι και νέοι, πλούσιοι και φτωχοί, αμόρφωτοι και μορφωμένοι,

σαν αφοσιωμένοι μαθητές σ' αυτό το μακάβριο έργο,

κρατώντας σφικτά κάτω από τις μασχάλες μας

τα κρανία των θυμάτων μας.

Κι όμως είναι δύσκολο να βρεις τους δολοφόνους Ροβεσπιέρε!!

Πολύ δύσκολο να τους ανακαλύψεις

μέσα στην τόση λάσπη, τη σκουριά και την τέφρα!!

Τώρα, που πήραμε κι εμείς το δρόμο

για τα θολά νερά του Άδη

κι όλα μέσα μας έχουν στεγνώσει, μαραθεί και μολυνθεί,

μόνο μια ελπίδα μας μένει,

να ξανάρθεις Ροβεσπιέρε! Να ξανάρθεις!!

Ναι, ξαναγύρισε λοιπόν πολίτη της Δικαιοσύνης,

ξαναγύρισε και όλα θα πάρουν ζωή!

Η Ελευθερία, η Ισότητα και η Αδελφοσύνη

θα ελευθερωθούν από της ανάγκης το ζυγό.

Και το γαλάζιο φως θα βρει το δρόμο του κι αυτό

και θα γίνει πιο γαλάζιο και πιο φωτεινό

και θα μπουμπουκιάσουν η τιμή, η αξιοπρέπεια, η ομορφιά και η αγάπη.

Σε περιμένουμε δημοφιλέστατε Επαναστάτη!!

Σε περιμένουμε να αναστήσεις τις συνειδήσεις

και πυρσοφόρος να μας φέρεις και πάλι τη δάδα της δικαίωσης.

Θα σε περιμένουμε!

Θα σε περιμένουμε μέχρι το τέλος των καιρών,

εγώ κι όλος ο λαός της Ευρώπης και του Κόσμου!!

Κι αν διστάσεις και δεν έρθεις,

θα βροντήξουμε όλοι μαζί

το σύμπαν με τα φονικά μας γαυγιτά!

Ναι αδελφέ αγέρωχε της Ισότητας και της Ελευθερίας,

θα έχουμε κι εμείς το θάρρος να αντισταθούμε,

στου πόνου και της αδικίας τα βαθιά σκοτάδια,

στη βαρβαρότητα της θάλασσας

και στο κύμα, που μας πνίγει

για να γεμίσουμε επιτέλους με αξίες,

τις άδειες πέτρες των ψυχών μας.

Και με το μίσος, που συσσώρευσαν οι αμαρτωλές καρδιές μας

θα τραντάζουμε τα θεμέλια της μακάβριας πολιτείας

και θα χιμήξουμε σαν σερπετά απάνω τους

για να τους δαγκώσουμε από τις αχίλλειες πτέρνες τους.

Θα τρυπώσουμε μέσα στις σάρκες τους

για να τις ροκανίσουμε

όπως ροκάνισαν και έσπασαν και αυτοί τα κόκκαλά μας.

Και σαν όρνια θα κουρελιάσουμε τα σπλάχνα τους

με την ίδια μανία, που κουρέλιασαν τα δικά μας.

Πολίτη Ροβεσπιέρε!

Έντιμε Δικαστή της Επανάστασης

Θα σε περιμένουμε!! Θα σε περιμένουμε

για να μην αισθάνεσαι μόνος σ' αυτόν τον αγώνα,

όπως εκείνη την ημέρα της εκτέλεσης σου!

Ναι, θα σε περιμένουμε, ως τροπαιοφόρο οδηγό του λαού της Ευρώπης

για τη νέα και τελευταία ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΛΑΩΝ!!!

Νous t' attendrons, oui, nous t' attendrons Robespierre

comme conducteur triomphant du peuple de l' Europe

pour cette nouvelle et dernière Révolution des peuples du Monde Entier.



Ιωάννης Μποζίκης

Στο Μάτι του Θανάτου - 2016

Τι με διώκετε; Δεν είμαι κακοποιός, ποιητής είμαι


Δίκαιο


Άτυχο δίκαιο,

δίχως όνειρα κι οράματα.

Από νωρίς κάρφωσες

την πελώρια μορφή σου

σε κάποιο αόρατο δίχτυ.

Εκεί, θα μείνεις πάντα σταυρωμένο

στα βαριά καρφιά του φονικού καιρού.

Δύστυχο,

ποτέ δεν έμαθες να κρατάς όρθια

τη δωρική σου πανοπλία,

το τόξο και την ασπίδα σου

και στην ατελείωτη τραγωδία

θα είσαι πάντα

στους μασκοφόρους υποταγμένο.

Αιχμάλωτο θα σέρνεσαι

από βασίλειο σε βασίλειο.

Το βαθύ μου παράπονο είναι ότι ακόμα

ανάβω το λυχνάρι σου

και καίω σμύρνα και λιβάνι

στο πορνεμένο ξόανό σου.




Ιωάννης Μποζίκης

Στο Μάτι του Θανάτου - 2016

Douces figures poignardées,

Chères lèvres fleuries,

êtes-vous ô jeunes filles ?

Tous les souvenirs de naguère.

Guillaume Apollinaire



Πόλη που γνώρισα παιδί


Πόλη που γνώρισα με παιδική φωνή

και με εικόνες, που έχουν την ψυχή μου αναθρέψει,

θέλω να αιωρούμαι σαν αγνό παιδί,

μες στις στενές και φλογερές στοές σου,

μετέωρος κι ως άπλερο πουλί,

μέσα στις γκρίζες γειτονιές σου.


Πόλη να δέρνει ο Βοριάς

και με το ρόδο ολοπόρφυρο να στέκει,

Πόλη να πέφτει καταχνιά,

σπασμένα πρόσωπα να φέγγει.


Πόλη να σπα στις φούχτες μου

κι αστέρια στο μυαλό μου να γιομίζει,

Πόλη να πέφτει παγωνιά,

τα χάσματα του νου να βασανίζει.


Πού είστε παιδιά της νιότης μου;

Ολόμπροστα στα μάτια μου ξεδιπλωθείτε,

χωρίς τα έθνη και τις θρησκείες σύνορα,

μέσα απ' τη μνήμη μου ξετιναχτείτε.


Πού είστε Nilgun, Erol, İnci, Zehra;

Άνθη θρυμματισμένα της Ανατολής,

ολόγυρα μες στις αυλές μου σκορπισμένα.

Πού είστε Bianca, Katia και Tatiana;

Αχνά λουλούδια της Κωνσταντινούπολης,

στα μάτια μου ολόμπροστα καθηλωμένα.


Πόλη που γνώρισα με παιδική φωνή

και με εικόνες, που έχουν την ψυχή μου αναθρέψει,

θέλω να αιωρούμαι σαν τρελό παιδί

μες στις βαθιές και σκοτεινές στοές σου,

μετέωρος κι ως άφτερο πουλί,

μέσα στις ξεχασμένες γειτονιές σου.





Μποζίκης Σωτ. Ιωάννης

Από την ποιητική συλλογή « Η συνείδηση του Βοσπορίτη »

Το ποίημα αυτό μελοποιήθηκε το 2008 από τον μουσικοσυνθέτη Μιχάλη Αρχοντίδη


 

Η Θεοτάτη μέρα


Για πέμπτη απανωτή φορά

το καλοκαίρι απομακρύνεται ήσυχα και ευγενικά.

Τα ιερά μας λιόδενδρα ωριμάσανε

έτοιμα τα αιφνίδια πρωτοβρόχια να καλωσορίσουνε.


Ο τόπος άδειασε και στένεψε η θεϊκή Μεσσηνία.

Μαζί της στένεψε κι ο ηλιόφωτος ουρανός της.

Έφυγαν ελεύθερα κελαηδιστά

και τα τελευταία χελιδόνια.


Δέσανε σκληρά στο πατρικό σου χώμα

οι μοσχοστάφυλες κληματαριές που μας άφησες

μαζί μ' όλα τ' άλλα δένδρα που δεν γνώρισες.


Ως αυτό το λίγο και ιερό χώμα

που έλιωσε το γιγαντένιο σου το σώμα

στένεψε κι αυτό ακόμα.


Ω θεοτάτη ώρα που με τρομάζει

όταν επίμονα η βαριοπούλα κουδουνίζει

επάνω στο κατάλευκο κι ολόρθο μάρμαρο

κι αργά - αργά βάλλεται να το ραγίσει!


Και τα κλαριά του ευκαλύπτου

εδώ κι εκεί να σφυροκοπάνε

ασταμάτητα κι απεγνωσμένα

θέλοντας και μη ν' ακολουθήσουν

τον ρυθμό της βαριοπούλας

για να τσακίσουν κι αυτά βαθιά στο χώμα

το μαρμαρένιο σου πέπλο,

λευκό, κατάλευκο όπως το σύννεφο

που κρατάει μακριά από τον ήλιο

κάποια απομεινάρια σφικτά από τη σάρκα σου.


Ω ιερή ώρα της ολόαγνής μου ζωής

να βλέπω στο προσκέφαλό σου

και χάμω από τα πόδια μου

ένα γυαλιστερό μικρό κιβώτιο

σαν μια κολυμβήθρα αδειανή

ντυμένο με βυθισμένα άνθη

να σε περιμένει ολάνοικτο!


Κι όταν τo χώμα απλώνεται

ολόγυρα στο κατώφλι του βαθύτερου βυθού

κι ο βυθός γίνεται όλο βαθύτερος

κι αναδίνει την αποκρουστική του ευωδία

βαθιά μες στα ρουθούνια μας,

εμείς όλοι βουβοί κι αγκαλιασμένοι,

τα χείλη μας σφικτά δαγκωμένα κι άφωνα,

τα μάτια μας εκστατικά κι ολάνοιχτα

περιμέναμε, μονομιάς να πλημμυρίσει ο βυθός

από τα ιερά και κορεσμένα κόκαλα του σκελετού σου.


Ω μάταια ώρα να κάθονται όλοι

μπροστά στο κατώφλι

μπροστά στο περιβόλι!

Όξω σφικτά τα μάτια

και δίπλα όλοι,

στης μέρας τη σιωπή

στου ήλιου το σκοτάδι.


Μια γυναίκα,

η γυναίκα σου!

Να κρατάει μ' όλα της τα χέρια,

μ' όλα της τα νύχια,

μ' όλα της τα σπλάχνα,

ένα κρανίο,

το κρανίο σου!


Ω κρανίο! Αλήθεια ευωδιασμένη!

Θεία αλήθεια του σκοτεινού μου νου!

Που ταξιδεύεις ασάλευτα

μες στη γαλήνη του βυθού.

Ρόδο ακράνοιχτο! Πίσσα κι ολόμαυρο!

Με του ευκάλυπτου τον ίσκιο δροσισμένο

και με το χώμα το μεσσηνιακό λουσμένο.


Ω σκελετέ!

Που σε βάνει χάμω

στο κατώφλι,

στο κρεβάτι της αιώνιας δίψας,

σκορπώντας πάνω σου

τον ιερό σταφυλόχυμο,

το μεσσηνιακό κρασί,

το θείο κρασί!

Μια γυναίκα,

Η γυναίκα σου!


Αιώνιο στρωμένο κρεβάτι,

στολισμένο με το υφάδι της σμυρτιάς

και υφασμένο ένα - ένα

μέσα από τις ρεματιές σου

που 'τρεχε κάποτε

το άσειστο και νιαρό κορμί σου.


Ω σκελετέ!

Που σε βάνει χάμω

μια γυναίκα,

η γυναίκα σου!

Στο παρθενικό σμυρτένιο σεντούκι

έτοιμο ν' αγκαλιάσει,

στη βαθιά του σκοτεινιά

τα μαυρισμένα και σκόρπια οστά σου.


Ω κόκαλα του σκελετού σου!

Κόκαλα του ανθρώπου,

του δικού μου ανθρώπου

ίσως και τα δικά μου!

Κόκαλα που πλάσανε στο φως

τη Μάρθα, την Αριάδνη,

σπιθοβόλα αστέρια της αστροφεγγιάς

και λατρεμένα άνθη.


Καθώς η ψυχή άγουρη ακόμα,

ολόρθα σηκώνεται στου ουρανού το χώμα

κι εγκαταλείπει ολομιάς τη σάρκα και τι σκελετό της,

βυθίζεται μονομιάς και πάλι

στης αιωνιότητας το κύμα,

ανάλαφρη, ατάραχτη κι ασάλευτη.

Και μήτε νοιάζεται και μήτε μεριμνά

για τα οστά της, σκόρπια, μαυρισμένα

μες στο σκοτάδι του βυθού παρατημένα.

Και ως πουλί ολόμαυρο που φανερώνεται, ακοίμητο,

κολυμπώντας μες στα σκοτάδια των κυμάτων,

αρμενίζοντας και τριγυρίζοντας εκεί γύρω,

κοιτάει τον άνθρωπο,

το δικό του άνθρωπο,

υποτακτικό και τρομαγμένο.


Ενώ κουρασμένο και διψασμένο

απ' τα φαράγγια του βυθού φερμένο,

σταματώντας στο πιο ψηλό ανάλαφρο κλαδί

που συναντά μπροστά του,

εκεί στης αιωνιότητας των κορυφών σιγή,

εκεί μπροστά στα οστά του,

δακρύζει μες στα μάτια του

αναζητώντας μάταια ν' αντικρίσει,

μάταια ν' αναγνωρίσει

τις έρμαιες σκιές που περπατάνε και ξεδιπλώνονται

αλόγιστα και σιωπηλά δίπλα στα κόκαλά του.


Σε αυτήν τη θεοτάτη μέρα,

σε αυτήν τη θεοτάτη ώρα,

ολάνθιστη στιγμή της σιωπηλής πνοής μου,

μες στον αρίθμητο και μαύρο ωκεανό του νου του

βλέπει μια γυναίκα ολόρθη:

η κόρη του

κι ένα παιδί σιωπηλό,

το εγγόνι του,

αίμα του αίματός του,

σάρκα της σάρκας του

και πλάσμα των οστών του.


Σ' αυτή την ολόαγνη και στοχασμένη ώρα

πλησιάζουνε με θάρρος,

στερνά ομπρός στο σκελετό του,

τα μάτια στυλωμένα,

έτσι να δούνε μπροστά απ' τ' απλωμένα χέρια τους

μπροστά στα δάκτυλά τους,

το βουβό και νιαρό τραύμα

βαθιά σκαμμένο στο ασάλευτο κρανίο του

ν' αστράφτει ως τη δροσοσταλιά

που στάζει κατάπλευρα στο ρόδο.


Ενώ με τα φτερά του τσακισμένα κι ολάνοιχτα,

στην κορυφή του ευκαλύπτου

από τα σπλάχνα γαντζωμένο,

μ' ένα κελάηδισμα χλωμό,

με μια κραυγή της ήττας

σηκώνει στον αιώνιο ουρανό,

στο αιώνιο φως του

το καταπονημένο βλέμμα,

σαν να μη θέλει να φανεί

το χλοερό και δροσερό ρυάκι των ματιών του.


Καθώς καμακωμένος άξαφνα ο ξιφίας

σπάει μ' ένα τίναγμα

το μοιραίο καμάκι δια βίας

και χάνεται ομπρός, ολοταχώς μες στο βυθό,

έτσι κι αυτό με μάτια ολοκόκκινα,

αστραφτερά από το δάκρυ σαν ρουμπίνι,

με τα φτερά του ακράνοιχτα απλωμένα,

ολόμαυρο, βουτάει μονομιάς

μες στο σκοτάδι του βυθού,

βαθιά όσο βαθιά το σέρνει ο βυθός του

για ν' αντικρίσει πλέρια κι απάντεχα

το άπλετο αιώνιο φως του.




Ιωάννης Μποζίκης

Ο Μεγάλος Άνεμος - 2005


"Γνώριζε ότι ή μικροτέρα αδικία είναι τρομερωτέρα και από την πλέον στυγεράν δολοφονίαν. Η δολοφονία φονεύει και εξοφλεί τον άνθρωπον δια παντός. Η αδικία του ανοίγει ατέλειωτους λογαριασμούς, που δεν τους εξοφλεί ποτέ, και όταν ακόμη τον έχη φονεύσει."

Π. Δημητρακόπουλος

Στον Αγαμέμνονα, τον Βοσπορίτη Έλληνα, που η αδικία της Ελληνικής πολιτείας τον έχει φονεύσει στα σαράντα του χρόνια. Πέθανε το 1940, πολεμώντας εθελοντικά, όπως εκατοντάδες συμπατριώτες του, υπέρ πάτριων εδαφών, με σκοπό να αποκτήσει την Ελληνική υπηκοότητα, που αδίκως, για ανεξήγητους λόγους, δεν του την παραχώρησε το Ελληνικό κράτος.

Σε μια Βοσποριανή Μπαλάντα


Είχε πατρίδα την Κωνσταντινούπολη,

Ρωμιόσπορο οι Τούρκοι τόνε κράζαν

και στην Ελλάδα μόλις έφτασε

Τουρκοσπορίτη, Τουρκαλά τόνε φωνάζαν.


Ήτανε ξένος στην πατρίδα του,

ολόξενος και στην Αθήνα,

στο δρόμο τον πικρόχολο εβάδιζε

παλεύοντας την πείνα.


Η πονεμένη του ψυχή, αναστενάζοντας,

μοιρολογούσε με την πένα,

τραγούδαγε μία μπαλάντα θλιβερή,

μερόνυχτα, σ' εσένα και σ' εμένα.


Από μια πατρίδα ερχότανε,

Βασιλίδα, που αξίζει,

σε μιαν άλλην ήρθε να σταθεί

βαριομοίρης να γυρίζει.


Κι από πάνω απ' τις δύο πατρίδες

είχε κόρη του τη Ρωμανία,

πολιτεία ιδεώδη κι υπερούσια,

π' αγαπούσε με μανία.


Είχε πατρίδα την Κωνσταντινούπολη,

Ρωμιόσπορο οι Τούρκοι τόνε κράζαν,

κάπου δεκάξι χρόνια έζησε εδώ

κι ακόμα Τουρκαλά τόνε φωνάζαν.


Του προτάθηκε να πολεμήσει

στ' Αργυρόκαστρο, στην Τρεμπεσίνα

κι αντιστάθηκε σαν παλικάρι

με τα "όχι" και τα άλματα εκείνα.


Τόνε κράζαν πάλι Τούρκο

στα βουνά τ' Αλβανικά

κι ας κρατούσε μες στα στήθη,

της φυλής τα ιδανικά.


Απ' τα δάση όταν ανάμεσα

μία σφαίρα τον καρφώνει,

τόνε βρίσκει στο κεφάλι

και στο χιόνι τόνε στρώνει.


Κι η νύχτα η ταράχτρα

με του Ύψιστου τη χάρη,

ένα θρήνο τραγουδούσε

στο δροσάτο του κουφάρι.


Είχε πατρίδα την Κωνσταντινούπολη,

Ρωμιόσπορο οι Τούρκοι τόνε κράξαν,

και στα σαράντα του οι Έλληνες

σε μια μαύρη λάκκα τον πετάξαν.


Στην Αθήνα, οι μέρες πάντα θα κυλούν

μα και στη γη της Πόλης πάντα

και θα αχολογούνε θλιβερά

σε μια Βοσποριανή μπαλάντα.




Ιωάννης Μποζίκης

Στον παθών τη Λύσσα - 2007


Πόλη μου


Όταν με την καρδιά μου στραμμένη στο γαλάζιο σου

Προσμένω της ψυχής την χρυσαφένια απογείωση,

Όταν με συνεπαίρνει το αφρισμένο κύμα σου,

Και μ' αποστρέφει στη μνήμη και την αναβίωση.


Πόλη μου, σου οφείλω αυτή τη λιγοστή μου ευτυχία!


Όταν με δέρνει του γραίγου ο άνεμος με πόνο

Και με χαϊδολογούν θαλασσινά τραγούδια,

Όταν στους βράχους, στις στιλπνές σπηλιές σου λιώνω

Κι οι γλάροι σου πετούν όμοιοι σαν αγγελούδια.


Πόλη μου, σου οφείλω αυτή τη λιγοστή μου ευτυχία!


Όταν το ηλιόφως σου πλημμυρίζει τη σιωπή

Κεντώντας στον αέρα χρυσαφένια συγνεφάκια,

Όταν προβάλεις στην αγκάλη μου μια πλάση χαρωπή

Και νανουρίζεις στοργικά βάρκες και καραβάκια.


Πόλη μου, σου οφείλω αυτή τη λιγοστή μου ευτυχία!


Όταν στις γειτονιές σου περιφέρω τους καημούς μου,

Εκεί όπου βουλιάξανε τα παιδικά μου χρόνια,

Όταν πικρά ξυπνά κι αντανακλά η μνήμη μου,

Κι αναθυμάται τα παλιά καθώς και τα αιώνια.


Πόλη μου, σου οφείλω αυτή τη λιγοστή μου ευτυχία!


Πόσες φορές σε είχα δει και είχα αμφιβάλει.

Δεν ήσουν μια πλάνη, ήσουνα συ η ίδια Πόλη,

Που αντίκρισα στο φωτισμένο αγνό κρογιάλι,

Στων καραβιών το φιλικότατο αραξοβόλι.


Πόλη μου, σου οφείλω αυτή τη λιγοστή μου ευτυχία!


Οι ανήσυχες σκιές με κάνουν να χαμογελώ.

Σ' αναζητώ στο πιο βαθύ μες της καρδίας τ' ονείρου.

Συχνά και τον σκοταδερό μου ύπνο δρασκελώ

Κι εκεί ορθώνεσαι ασάλευτη του απείρου.


Πόλη μου, σου οφείλω αυτή τη λιγοστή μου ευτυχία!


Όταν πάνωθέ σου γελά ο γαλάζιος ουρανός

Καθώς πυροτεχνήματα πουλιών σκαν στους αιθέρες

Απ'τα ψυχρά σταθμά σου ένας αγέρας σιγανός

Φέρνει κατάφορτος στη μνήμη μου παλιές ημέρες.


Πόλη μου, σου οφείλω αυτή τη λιγοστή μου ευτυχία!


Όταν σε είδα με μιαν ασάλευτη ευφροσύνη

Να διαπερνάς το πρωινό που'χει ψιλοξυπνήσει

Κι οι δρόμοι να ξαναγέμισαν κίνηση, βιασύνη,

Χρυσές σπονδές δακρίων με είχαν καταποντίσει.


Πόλη μου, σου οφείλω αυτή τη λιγοστή μου ευτυχία!


Μετά την ανοιξιάτικη μεγάλη αναμονή

Οπού προβαίνει ζωηρή ζωή μες τα Στενά σου.

Όταν σ' ένα ρυθμό καθορισμένο αφθονεί

Η πρωτινή μαγεία και το πλούσιο χάρισμά σου.


Πόλη μου, σου οφείλω αυτή τη λιγοστή μου ευτυχία!


Να μείνω δίπλα κοντά σου ή να φύγω μακριά;

Εσύ πίστευες πάντα ότι θα ξαναγύριζα

μ' οδηγό ενός χρυσόφτερου αγγέλου ακρυά

κι εγώ, με πόνο το σ' αγαπώ σιγοψιθύριζα.


Πόλη μου, σου οφείλω αυτή τη λιγοστή μου ευτυχία!


Όταν αντιβουίζει των βημάτων η αφάνεια,

Κοιτάζω στο ίδιο πάντα χρώμα την Αγιά Σοφιά.

Αν αφεθώ, κατεβαίνω και μπαίνω στην αδράνεια,

Σε μιαν συνέχεια, που δε βολεύει να βρω κάποια τροχιά.


Πόλη μου, σου οφείλω αυτή τη λιγοστή μου ευτυχία!


Όμορφή μου πληγωμένη, όχι δεν σε ξέχασα

Έρχεσαι πάντα με αστραπές μυριάδων κατόπτρων.

Εσύ η βασιλεύουσα, εσύ η παντάνασσα,

Στην αποφράδα της ζωής με χτύπημα των ρόπτρων.


Πόλη μου, σου οφείλω αυτή τη λιγοστή μου ευτυχία!




Ιωάννης Σ. Μποζίκης

Από την ποιητική μου συλλογή

                                                                       « Οι Εννέα Μούσες Μου »


Αίγυπτος


Μέμφιδα, Μέμφιδα τα μπαγαδιά* μου

και με τα δεκατέσσερα φτερά μου

από Ασιούτ, Πορτ Σάιντ κι Αμπουκίρ

όργωνα τον Νείλο από το ναδίρ.


Πλούτη, πόθοι, όνειρα κι ομορφιά

κάθε μου βήμα τοσ'ωραία ξαστεριά.

Αίγυπτο θα σε θυμάμαι ακόμα

μέχρι να μπω βαθειά στο μαύρο χώμα.


Πάνω στην όμορφή σου γη σκυμμένος,

στην κοίτη των καιρών σαν κολασμένος,

άγρυπνος κι ανέσπερος στρατιώτης

επέρασα τα χρόνια μου της νιότης.


Πότε Αλεξάνδρεια και Ροζέττα,

πότε Κάιρο, Τάντα και Δαμιέττα.

Λουλούδι νούφαρο είναι το Δέλτα

με τα παραποτάμια του τα σβέλτα.


Ζω στην ιερή σκιά της ομορφιάς σου,

απαντοχή μου μόνο το φιλί σου,

στήνω χαρά τρελή, στήνω σεφέρι,

συ Νεφερτέμ και αυγινό αστέρι.


Μέμφιδα, Μέμφιδα τα μπαγαδιά* μου

και μ' όσα έχω στη βαθειά καρδία μου,

απ'την Ηλιούπολη προς την Αμάρνα

νύχτα, σκοτάδι και στη μοίρα σβάρνα.


Βαθειά στους στοχασμούς του αοράτου,

δίχως το δέος του δειλού θανάτου

έχω διαβεί τόσους φιδίσιους δρόμους,

απόκρημνες στοές, που σπέρνουν τρόμους.


Στο χάδι του ορίζοντα του Ατόν

ήμουν ο θαυμαστής του Ακενατόν.

Τώρα καλώ τον χρόνο να γυρίσει,

καλώς να θυμηθεί, να ξαναζήσει.


Στο Αμπού Σιμπέλ θυμάμαι να νοσώ,

να τρέμω στου Μέμνονα τον κολοσσό.

Στο δε Καρνάκ να'με φύλαξ ιερών

καθώς κι ευσεβής υπήκοος Θηβών.


Μοιραίες θεϊκές μου οπτασίες,

Ίσις-Οσίρις-Ρα ιερές λατρείες

στου Νείλου τα δεσμά καθώς δεμένες,

στην αιωνιότητα ταριχευμένες.


Ραμισίς, Τούθμωσης και Τουτανκαμόν

και οι τρεις δοξολογούσαν τον Αμόν.

Πώς ο καιρός αλλόκοτα διαβαίνει,

τραντάζει βασιλείς και τους πεθαίνει!


Μέμφιδα, Μέμφιδα τα μπαγαδιά* μου,

δικέφαλος αετός το πέταγμά μου.

Μέλπω την ομορφιά σου ως το πρέπο,

απ'τα υψώματα σ'αγγελοβλέπω.


Γκίζα, Σακχάρα, Ελουάν, Μεϊντούμ

κι έφτασα στη λίμνη Μοίρις του Φαγιούμ.

Στην Αρσινόη την Ελληνιστική

διδάχθηκα τέμπερα κι εγκαυστική.


Στην Αλεξάνδρεια των Πτολεμαίων

μία βασίλισσα κατά Ρωμαίων

ετόλμησε τα δίσεκτα τ'ακραία,

την αποφράδα μέρα τη μοιραία.


Μια στον Καίσαρα, μια στον Αντώνιο,

στου καιρού το χάος το αιώνιο

την απόκανε θολό ένα πάθος

κι ένα κούφιο ηρωικό της λάθος.


Λες νά'ταν ένα ψέμα, μία πλάνη

μια οπτασία, που ο νους δεν φτάνει;

Που έμειν'εκκρεμές να αιωρείται,

στο βουερό βάθυ να τιμωρείται;


Μέμφιδα, Μέμφιδα τα μπαγαδιά* μου,

και νά'μαι, δίπλα σου με τα φτερά μου,

προσκυνητής στα άβατα του Νείλου,

θανατερό παράπονο του θρύλου.




Ιωάννης Σ. Μποζίκης

Από την ποιητική μου συλλογή

« Οι Εννέα Μούσες Μου »

* Τα μπαγαδιά είναι οι αποσκευές κατά το γλωσσικό των ρωμιών της Πόλης.

Στα βενετσιάνικα bagàgio ή μπαγάδια στην Αρκαδία και στη Πελοπόννησο


Μυθριδάτης ΣΤ΄ ο Ευπάτωρ

(120 - 63 π.Χ.)


Κανείς δεν μπορεί να τ' αρνηθεί,

ότι ο Ευπάτωρ, κατέστησε

μεγάλο ανταγωνιστή της Ρώμης

το μακρινό τον Εύξεινό του Πόντο

και ύστατη αντίσταση

ενσάρκωσε σε όλους τους Έλληνες

κατά του ιμπεριαλισμού της Ρώμης.

Στο Νικομήδη, κήρυξε τον πόλεμο

και νίκησε αυτόν μαζί και τα στρατεύματά του,

αφού επήρε πίσω, με το θάρρος του,

όλη την επαρχία της Ασίας.

Στο πλευρό του, πρώτη η Αθήνα συντάχθηκε

και ύστερα πλήθος των πόλεων της Ιωνίας.

Μόνο η Έφεσος δεν ακολούθησε

και τήνε πλήρωσε με τον «εσπερινό» της.

Χιλιάδες άτομα σφαγιάστηκαν,

έποικοι Ιταλοί

μαζί και οι Ίωνες αυτής της πόλης.

Άτυχος όμως, έτυχε

εις την νέα οργή της Ρώμης.

Αν και διέθετε πολλές από τις ικανότητες,

άλλες τόσες πολλές είχε να αντιμετωπίσει.

Τρεις ευφυείς Ρωμαίοι στρατιωτικοί τον κυνηγούσαν

μαζί και ο προδότης γιος του ο Φαρνάκης

αλλά κι η καταρρέουσα

ελληνική κληρονομιά του.

Εάν και έψαξε πολύ ν' αυτοκτονήσει,

δεν τα κατάφερε,

γιατί με τα ισχυρότερα τα δηλητήρια

το κολχικό το σώμα του από καιρό είχε εθίσει

κι έτσι Γαλάτη μισθοφόρο διέταξε

να τόνε θανατώσει.

Πάντα του Ευξεινού η γη

θα τόνε καρτερεί

ωσάν ευπάτωρ, κτίστη και ελευθερωτή.

Ή κάποιον σαν αυτόν ίσως θα περιμένει

να φέρει ξανά πίσω όλα τα παρμένα,

για να μπορεί ελεύθερος κι ανεξάρτητος

σαν πρώτα και παλιά

να κυριαρχεί και να μεγαλουργεί ο Πόντος.




 ΙΩΑΝΝΗΣ Σ. ΜΠΟΖΙΚΗΣ « QualisRex-TalisGrex- Αθήνα 2010 »




Ερρίκος Δάνδολος

(1204 μ.Χ.)


Μεγάλη ήταν η χαρά

για τα πλούτη και τη νίκη

που του έδωσε άδικα ο Θεός.

Ήταν δε, τόσα πολλά τα λάφυρα,

πού κανείς δεν ήξερε να πει πόσα.

Χρυσάφι, ασήμι, σκεύη,

πολύτιμα πετράδια, μπρούτζινα αγαλματίδια,

εικόνες, επιχρυσωμένα ψηφιδωτά,

μετάξια, χαλιά, γούνινα φορέματα

από γκρίζο σκίουρο κι ερμίνα,

και όλα τα ακριβά πράγματα

που βρέθηκαν ποτέ στη γη,

από τότε που χτίστηκε ο κόσμος.

Ο καθένας πήρε ό,τι ήθελε!

Παρά του Πάπα Ιννοκέντιου τις εκκλήσεις,

όλους τους απειρόκαλους και τους προσκυνητές

κατάφερε να πείσει,

να επιτεθούν στη Βασιλεύουσα,

την Κωνσταντίνου Πόλη.

Κι εκείνοι, που τον ακολούθησαν,

βρεθήκανε σε πλούτη και σε πολυτέλειες.

Κανείς όμως δε γνώριζε

το μυστικό το σύμφωνο,

που με τους Άραβες και το Ισλάμ είχε συνάψει

και πλήγμα έφερε θανάσιμο

στο Μέγα Οικουμενικό Βασίλειο,

αφού αποδυνάμωσαν

τ' αντανακλαστικά του Ελληνικού μας Γένους.

Τώρα, ουδείς τον ξέρει

μήτε και τον θυμάται.

Μόνο ο λόγος μου αυτός ο σύντομος,

από το μαύρο παρελθόν τον ξεσηκώνει.

Τον Δόγη Δάνδαλο,

τον αλητήριο της Βενετίας της Γαληνοτάτης,

το ελεεινό το υποχείριο των Αράβων,

που τα κατάφερε με καταχθόνιο σχέδιο

και διέλυσε τον κρατικό ιστό

στο Ανατολικό Ρωμαίικο προπύργιο

κι έτσι δεν μπόρεσ' έκτοτε

όταν και έτυχε κι ορθώθηκε ξανά

η Πόλη μου, η Βασιλεύουσα η αιώνια,

εμπόδιο να σταθεί

στις άγριες επιδρομές των Τούρκων!




ΙΩΑΝΝΗΣ Σ. ΜΠΟΖΙΚΗΣ « QualisRex-TalisGrex- Αθήνα 2010 »




Ευλογημένη γη του Πόντου*



Ποιος θα μου φέρει

ένα κλαδάκι φουντουκιάς,

από τον Πόντο μια λιακάδα;

Είναι ζεστό το δάκρυ μου, ζεστό,

κυλάει αργά με μια βαθειά πικράδα!


Ποιος θ' αναστήσει

το σταυρωμένο όνειρο

στη βέβηλη τούτη τη χώρα;

Από αυτήν τη γη ψηλώσαμε εμείς,

σ' αυτήν οφείλουμε βοήθεια τώρα!


Στην Τραπεζούντα η πέτρα ξέρασε χολή.

Έως μισάνοιχτη πληγή, αιμορραγεί η Κυρεσούντα.

Σαν κρύσταλλο σιωπής στα μαύρα της

τυλίχθηκε κι η έρημη Σαμψούντα.


Με τα στραμμένα

μάτια μου δεν σε ξεχνώ

ευλογημένη γη του πόνου!

Ειν' εφικτή η επιστροφή

κι ας συνθλίφτηκες από τα δάκτυλα του φόνου!!!


Έχουνε στάξει

δάκρυα για τα σε

μυριάδες Πόντιοι ματωμένοι!

Το χτυποκάρδι τους ακούγεται παντού!

Τώρα, μια Ανάσταση μόνο σου απομένει!!!


Στην Τραπεζούντα η πέτρα ξέρασε χολή.

Έως μισάνοιχτη πληγή, αιμορραγεί η Κυρεσούντα.

Σαν κρύσταλλο σιωπής στα μαύρα της

τυλίχθηκε κι η έρημη Σαμψούντα.


Ποιος θα μου φέρει

ένα κλαδάκι φουντουκιάς,

από τον Πόντο μια λιακάδα;

Ποιος θα μπορεί να το σκεφθεί

ότι αυτή η Γη μυρίζει ακόμα Ελλάδα!!!



ΙΩΑΝΝΗΣ Σ. ΜΠΟΖΙΚΗΣ « QualisRex-TalisGrex- Αθήνα 2010 »

* Το ποίημα αυτό μελοποιήθηκε από το συνθέτη Μιχάλη Αρχοντίδη.



Αλεξανδρινή μου Υπατία

(άνοιξη του 416 μ.Χ.)


Τι αντιθέσεις, τι ειρωνεία Αλεξανδρινή μου Υπατία!

Τι τραγική κατάντια στις γνώσεις σου ενάντια!

Στο όνομα του Ναζωραίου θυσίασαν τη σύνεση του ωραίου

κι έθαψαν μαζί σου τα ιδεώδη της ψυχής σου.

Μεγάλη Υπατία, σώφρων, ενάρετη.

Σκοπός σου οι γνώσεις, το δίκιο, η αρετή.

Με το θάνατό σου η ανθρωπότης πήρε τον κάτω δρόμο,

τρόμος και σκοταδισμός σκέπασε όλο τον κόσμο.


Πάσχα των Χριστιανών, Πάσχα μοιραίο,

φανατικοί κι αμόρφωτοι καλόγηροι

κάνουν το έγκλημα το φρικαλέο.

Στη θέση Καισαρεία,

παρά των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης

απάνω σου ξεχύθηκαν οι αθεόφοβοι κι αγριεμένοι.

Αχ, στοργική και Δελφική μου Υπατία!

Με τι ζήλο και για ποια αμαρτία

σε χτύπησαν με πέτρες, σίδερα και ξύλα

κι έγδαραν τη σάρκα σου με κοφτερά κοχύλια;

Τι αντιθέσεις, τι ειρωνεία της Ιστορίας!

Οι χριστιανοί, τώρα διώκτες της κάθε παλαιάς θρησκείας

πήραν εκδίκηση με αίμα, εξευτελίζοντας

το πάνσοφό σου πνεύμα.


Με τι ζοφερό μίσος, περιφέρανε τα διαλυμένα μέλη σου

κι ανάψανε φωτιά να κάψουν το σεπτό κορμί σου;

Πού βρήκανε οι βάρβαροι την όρεξη μες στη Μεγάλη Εβδομάδα

και στήσανε χορό μπροστά στις στάχτες όλοι αράδα;

Κι ας κατατάχτηκε στων Αγίων τη χορεία ο Κύριλλος, καμαρωμένος,

πάντα στο βαθύ τίποτα της αβύσσου θα είναι ξεχασμένος.

Κι ας σκορπίσανε τις στάχτες σου στους τέσσερις ανέμους,

το πνεύμα σου το ελληνικό θα μας κρατάει πάντα ενωμένους.


Προδομένη και τραγική μου Υπατία!

Δεν ήσουν μάγισσα, ούτε του σατανά η θυγατέρα.

Ήσουν η θράκα, η ζεστή, η τελευταία των Ελλήνων η μητέρα.

Ήσουν μια αχτίδα από τον ήλιο που λάμπει εκεί πέρα,

ήσουν η Ελλάδα της αρχαιότητας,

η   Ε λ λ ά δ α   π ο υ    θ α γ υ ρ ί σ ε ι   κ ά π ο ι α   μ έ ρ α.




Ιωάννης Μποζίκης

Στον παθών τη Λύσσα - 2007

Α΄ ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ 2005

ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΕΝΩΣΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ

Στη Μιλού, το λατρεμένο μου σκυλί,που γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 1995 στη Σαρωνίδα Αττικής και έζησε χαρισάμενα 15 χρόνια και 4 μήνες μαζί μου, στο κτήμα μου στην Κρωπία Αττικής, και πέθανε από άγνωστη αιτία στις 8 Απριλίου του 2010 και ώρα 09.45 π.μ. και ενταφιάστηκε την ίδια ημέρα στο βορειοδυτικό τμήμα του κτήματος αυτού. Αυτή η προσπάθειά μου δεν είναι παρά ένας δίκαιος φόρος τιμής στην αλησμόνητη μνήμη του.

Επιτάφια στήλη

( για μια πιστή και ακούραστη φίλη )


Αλήθεια, πόσο θα ήθελα, ποτέ να μην είχα δει

αυτήν την ημέρα, που όλα τα σκοτώνει,

ποτέ να μην είχα ζήσει αυτήν την Πέμπτη,

που θα μου μείνει για πάντα

αιματοβαμμένη πένθιμη.

Ναι, στων γηρατειών τα δίσεκτα χρόνια,

που τόσο θανατερά σε σημάδευαν

τρικύμιζε η αρρώστια, η θλίψη,

η οδύνη κι ίσως ο φόβος σου!

Κι εσύ εκείνο το πρωινό

τρύπωσες για τελευταία φορά

στην αγκαλιά μου σαν να ήσουν

κυνηγημένο και φοβισμένο

από γεράκι μικρό πουλί.

Και ξάφνου θόλωσε όλο το βλέμμα σου

και λύθηκε ως ορειχάλκινο πεπρωμένο ο θάνατος

μέσα από τα ελίσια μάτια σου.

Η θανατηφόρα αυτή κραυγή σου,

που ξεχύθηκε απ' τα σκοτάδια του ερέβους

φαρμάκωσε την ψυχή μου

και στέγνωσε τα αίμα μου!

Αχ, Μιλού, πόσο θα ήθελα, ποτέ να μην είχα δει

το στερνό δρόμο του θανάτου, που πήρες

μέσα από αυτό το μαύρο βογγητό

και την πελαγωμένη ματιά σου!

Ναι, αγαπημένο κι ευγενικό μου σκυλί,

υπάκουή μου φίλη, που ποτέ δε με στεναχώρησες,

μισώ τη μέρα που σε πήρε από εμένα,

την ώρα, που σε κοίμισε μες στον βαθύ τον τόπο,

το χώμα, που τώρα σε σκεπάζει

και τα εκδικητικά μακάβρια σκουλήκια,

που θα πάρουν ζωή μέσα από τη σάρκα σου

και θα σε πονέσουν!!

Μισώ κι εμένα τον ίδιο, που ήμουν ανίσχυρος

να σε σώσω από του Κέρβερου τα φιδίσια δόντια.

Ενώ εσύ, πάντα αφοσιωμένη

με υπερασπίστηκες όλη σου τη ζωή!

Υπερασπίστηκες τα αγαθά μου, την περιουσία μου!

Μ' αγαπούσες, με πονούσες,

με προστάτευες, με περίμενες

και ζούσες με την καρδιά ενός καλού ανθρώπου

δίχως μίσος, υποκρισία, αχαριστία και ματαιοδοξία.

Μαζί σου, μόνο ένα χάδι πήρες, το τελευταίο,

το ανέσπερο χάδι του τρεμάμενου χεριού μου

καθώς ταξίδευες για την αιώνια εκείνη βρύση.

Τι ευτυχία να χάνεσαι

στο θλιβερό απόφωνο της πρωινής καμπάνας

και στην ηλιοτρόπια αγκαλιά

ενός αγαπημένου φίλου!

Θα έχω άραγε κι εγώ την ίδια τύχη

όταν θα μπω στο θλιβερό σταθμό μηδέν

να νιώσω το ίδιο ανάλογο τρεμάμενο φιλικό χάδι;

Είχες ψυχή Μιλού, πραγματική κι αληθινή ψυχή

κι ας λεν ότι οι ουρανοί

ειν' εφτασφράγιστοι για σένα!

Αναμφισβήτητα, ένα μικρό κομμάτι αιωνιότητας

στον παραμυθένιο κήπο του Ουρανού

θα το κατέχεις!

Τώρα στην ανοιχτή και βορεινή αγκαλιά

του ύπνου σου, κάτω από τις πικροδάφνες,

τις μπουρνελιές και τις ροδιές του κτήματος σου

(διότι πάντα δικό σου το θεωρούσα),

όπου κοιμάται η σωρός σου,

ξεκουράζονται όλα τα πουλιά των Λαμπρικών,

πετούν οι μέλισσες και οι πεταλούδες,

παίζουν τα χελιδόνια, χτίζουν τις φωλιές τους

και πίνουν νερό μέσα από τα δοχεία σου,

που τα έχω πάντα γιομάτα!

Πηγαινοέρχεται και η φίλη σου η χελώνα

ψάχνοντας μάταια να σε βρει,

μες στον άνεμο και του Άδη όλα τα σκοτάδια

και κλαίει, κλαίει για να την ακούσεις!

Κι εγώ, απελπισμένος καλώ το νερό,

που σε δρόσισε,

τον αγέρα, που σε έθρεψε,

τον ήλιο, που σε ζέστανε,

τις φυλλωσιές των δέντρων, που σ' αποσκίασαν

και το φεγγάρι, που σε φώτισε

όλες αυτές τις νύχτες,

να μου πουν μερικά λόγια

για τα κρυφά βήματά σου

πέρα από τ' αμπέλια και τους γαλάζιους ορίζοντες.

Πραγματικά είχες ψυχή Μιλού, ευγενική ψυχή,

ήσουν έξυπνη, πανέξυπνη

και πάντα έτοιμη για το ύψιστο ανέβασμα

του χελιδονιού!

Είχες δύναμη και τόλμη

δίχως τη φονική σκληρότητα του ανθρώπου,

αξίες δίχως ελαττώματα, τόσες πολλές,

που πολλοί άνθρωποι θα τις ζήλευαν, θα κοκκίνιζαν

και θα ντρέπονταν για την κατάπτωσή τους!

Σ' ευχαριστώ Θεέ μου,

που μου έδωσες την ευκαιρία

να γνωρίσω ένα τέτοιο άξιο σκυλί,

άξιο, όσο κι ένας ηθικός άνθρωπος!

Πώς λοιπόν ένα τέτοιο δημιούργημά σου

να μην ήταν λατρευτό από εμένα;;

Πώς να μην το θυμάμαι

και να μην δακρύζω για αυτό;

Και πώς να μην το τιμώ;;



Ιωάννης Μποζίκης

Στο Μάτι του Θανάτου - 2016

ΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗΝ ΓΑΛΛΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

POESIE EN LANGUE FRANÇAISE

FRANSIZ DİLİNDE ŞİİRLER



Vertige divin


Ainsi dans mon chagrin

qui s'aveugle sans cesse,

je m'enivre en ragoûtant

ma cruelle tristesse.


Je me soûle de cette vie

qui se roule dans mes larmes,

qui vertige dans le deuil

et dévoile tout son charme.


Oui, j'ai faim, oui, j'ai soif

du divin qui m'octroie

qui m'arrache des chimères,

me concasse et me broie.


Raisonnable plus qu'un ange

comme venu d'outre-tombe,

de l'humaine comédie,

de la sieste d'une bombe.


Assez vu, assez eu

de sophismes, de folies,

de rumeurs, de visions,

d'incidents, de phobies.


Grec errant, idolâtre

sans dédains, je m'évade,

exténué, harassé

d'une divine promenade.




Poème extrait de mon recueil ALCOOL DE GENTIANE
ISBN : 960-630-040-4 Athènes-2004

Autour de moi tout montre nuit et obscurité !
Et à partir des demains, qui s'annoncent
je n'attends absolument rien.


SANS EFFORT


Entre ces étranges quatre murs,
un doux silence murmure.
Tristesse, angoisse, souffrance,
une ombre vacille et danse.

Tout pâlit, tout s'enfuit,
tout tournoie, tout surgit.
Face au ciel enlacé,
face aux humbles pensées.

Je me meurs en secret,
implorant les décrets
d'une grâce Divine
qui m'enfouit ses épines.

Pourquoi triste dans le noir,
dans l'extase du savoir?
Pourquoi triste, ô, mon âme,
d'un moi-même qui me blâme?

Je m'arrache comme une feuille
et me pousse vers le deuil.
Puis, je vole sur les vers
à travers mes chimères.

Mon esprit est amer
et me vole ce qui m'est cher.
Je me glisse sans effroi
et ne sais le pourquoi.

Plein de larmes et sans cris,
j'ai souffert, j'ai écrit
les blessures de mon cœur
pour sauver toute ma peur.

Inconscient, débauché
des remords, des péchés,
j'ai vécu sans savoir
dans ce grand désespoir.

Exalté des horreurs,
à travers mes erreurs,
je vais certes vers la mort
sans un souffle, sans effort.


Jean Ioannis Bozikis
Liqueur d'anges (ISBN:978-960-930094-0)


Sur la neige


Sur la neige un sourire néant

et trop peu de silence.

Comme est pur le blanc ancestral

souverain pour toujours.

Ecoute! Ici, la brise tremble sur l'herbe

si tranquille dans l'hiver.

Ailleurs une poussière incertaine

excite les espaces chrysanthèmes fanées.

Et là bas, la mémoire prisonnière des racines

creuse le reste de l'exode.

J'ai déjà déposé ma solitude

sur les blanches pierres des morts.

Pacifié dans les murmures des souvenirs

je descends pour respirer le vide.

Regarde! Comme est pur sur l'herbe le blanc

entre lune et mer

et entre Ciel Jérusalem et prière!




Poème extrait de mon recueil JUSQU'AU COEUR
ISBN:978-960-92611-2-8 (Athènes-2008)


Le partage de l'Univers


Mon soleil tourmenté décline
dit sagement le bon Dieu.
Je suis bloqué sur une colline
et l'homme a occupé mes cieux.

Il m'a causé tant de peines
et m'a poignardé dans le cœur.
J'ai pris la vie en haine
et me manque le goût du bonheur.

Désormais sur cette terre
ma route est incertaine.
L'homme m'a déclaré la guerre
et je rêve à une fuite lointaine.

Pourtant je garde mon secret
pour que nul ne le pénètre,
je suis de nature très concret,
je suis Dieu le Grand Maître.

Et s'il faut partager cet espace
je lui offre tout entier l'Univers
en gardant pour ma part une place
où subsistent mes poèmes et mes vers.

Qu'il s'installe dans mon ciel
sur une belle terrasse
pour y jouir l'essentiel
et se mettre à ma place.

Petit dieu qu'il veut être
pour toujours éphémère il sera.
Dans ce ciel auguste peut-être
son séjour printanier finira.

Qu'il domine Andromède
ou Sirius, je ne sais quoi,
à sa mort il sera sans remède
momifié et tout pâle comme un roi.

Et s'il pense gouverner sans rival
les humains verrouillés en décombre,
pour autant je serai sans trop de mal
le blasphème, l'anathème de son ombre.

Quoiqu'il soit, je réserve le grand vide
pour loger mes poètes somnambules
qui n'y sont ni hideux, ni avides
comme ces êtres petits dieux, ridicules.



Poème extrait de mon recueil RIRES DES SAGES
ISBN : 960-630-040-4 (Athènes-2004)


Dédié à la belle petite ville de ma jeunesse universitaire (1973-1979)

Besançon petite ville


Je te salue Besançon petite ville par le Doubs embouclée

comme une écharpe grise sur le coup d'une colombe enroulée.

Besançon jolie ville de la France aux mille et une vertus,

abondante de charmes éternels et de finesses pointues.


Besançon, aux ruelles étroites couleur ombre que j'explore

sous la lueur matinale argentée étendue de l'aurore.

Aux maisons de pierre et aux toitures rongées par l'hiver,

attaquées par la rouille qui frappe durement le fer.


Capitale de la Franche-Comté où ton ciel toujours pleure

et les rayons d'hiver oublient presque tes belles demeures.

Aux murs gris couverts par l'épaisse mousse

où glisse une pluie pointilliste à allure triste et douce.


Ville de ferveur religieuse, autant noble que fière

qui abonde en vie et en gens pleins de cœurs et sincères.

Entourée de paysages qui défilent toujours dans mes yeux

et d'eaux fluviales qui glissent sous tes ponts à air silencieux.


Petite Ville paisible, pour une vie comme la mienne tourmentée

qui ne peut rester insouciante dans ta pudeur enclavée.

Lieu saint, cénotaphe de mon passé fertile où j'ai connu ton charme,

sous un ruissèlement du Doubs à cadence naïve et calme.


Amoureuse fille de ma jeunesse de vingt ans, eau vive calme,

fontaine divine que ma conscience dévastée à ce jour réclame.

Jeune dame universelle dont je garderai les plus beaux souvenirs,

les rêves, les soucis, les aigreurs, les chagrins, les soupirs.




Poème extrait de mon recueil Rıres des Sages
ISBN:960 - 630 - 040- 4 (Athènes-2004)





Visage effacé


Et me voici, au bord de la terre
où gémissent les lointaines sirènes,
où bouillonnent les écumes de la mer
et bondissent des mouettes sereines.

J'arpente, plus qu'une fois cette rive déserte,
comme errant d'une grâce divine,
ignorant, sans cacher l'ignorance secrète,
face à face, vers une route chagrine.

Et tandis que s'apaise ma conscience,
étranger à moi-même, silencieux et confus,
sans mépris de ma propre déchéance,
je me tiens près de moi, immobile, éperdu.

Est-ce toi, cœur dans cette nuit si ardente
qui m'emmène vers le noir de l'abîme
et m'entraîne dans le gouffre, me tourmente
vers le fond des ténèbres, vers une route sans cimes?




Poème extrait de mon recueil LIQUEUR D'ANGES
ISBN:978-960-930094-0 (Athènes - 2007)


Vagabond du bon temps


Amis, je n'ai pas eu le temps de me voir vieillir
dans ce tourbillon où j'ai vécu une longue vie.
Je n'ai pas eu de mots d'amour qui me feront surgir,
d'une nuit forte béante, vers le chant d'une autre vie.

J'errais parmi les brumes, inconnu et paisible,
aveugle comme la nuit, aveugle j'ai cru vivre.
Je n'ai compris, ni mesuré ce monde qui m'est pénible,
accablé et craintif, je voguais fort bien ivre.

Et me voilà, face à face à mes songes, impuissant,
serré l'un contre l'autre, misérable pour longtemps.
Triste, comme ce guerrier étendu et pourtant fort puissant,
fou dans mon cœur enfoncé, vagabond du bon temps.


Poème extrait de mon recueil Liqueur d'Anges
ISBN : 978-960-930094-0 (Athènes-2007)

ΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

POÉSIE EN LANGUE TURQUE

TÜRK DİLİNDE ŞİİRLER


İstanbul Sana Hâlâ Bakar

Şu İki Gözüm Çocuk Çocuk


Bir tutam çörekotunun sinen kokusu
geçmiş yılbaşılarına taşıtır beni
ve geriye getirir tüm mazilerimi
kıyıya vurması gibi denizin.
Ayakta duran tek şey
şu iki avare kumrundur Mesut pencerende sevişen.

İstanbul sana hâlâ bakar şu iki gözüm çocuk çocuk...
Her gece bir suskunluk örter özlemle dolu sokaklarını
ve dağıtır sessizliğini birden ayarsız adımların.
Sana özenerek çocuk gibi başlarım
dört mevsim, dolu dolu ilk onsekiz yıllarını.

İstanbul sana hâlâ bakar şu iki gözüm çocuk çocuk...
Kim anlatır gözyaşlarla gürleyen seslere seni kim?
Kim adını anar özlemle yüreğim değilse?
Çok tuhaf zamanlardı, o bitmez hüzün dolu demli çaylarımız
ve kopacak bir dal gibi sallanırdı
Boğaz Boğaz esen birikmiş hırslı öfkelerin...

İstanbul sana hâlâ bakar şu iki gözüm çocuk çocuk...
Hangi yıl, hangi tahripkâr Eylüldü
Sirkeci garındaki sığınmış uzun yolculukların?
Hiç olmadı tenkillerde saklanılacak
yarım metre kadar sakin bir yer...
Ve binlerce gece uzunluğunda
meczup ve talihsiz ayrılıklar edindin kendine.
Yalnız ben bilirim şu yıllar sevgisiyle
uğruna sıkıntı çektiğim ezici ve haksız davranışlarını! ...

İstanbul sana hâlâ bakar şu iki gözüm çocuk çocuk...
Sen hatırlamazsın elliyedi yılın
yağmur gibi yağan sessiz ağırlığını
ve yıllar sonra esrik bir şiir eşliğinde bana ellerimle yazdırttığın,
hayat acılarımdan sızan mısralarımı! ...
Hangi tarihini anlatacağım evladıma, hangi efsaneni?
Senden kalan derin bir kıyamettir köklerinden ayrıldığım!

İstanbul sana hâlâ bakar şu iki gözüm çocuk çocuk...
Denizlerinde Kanlıca ekspresidir
yüzen beyaz kuyruklu yıldız.
Sağa sola koşanlar, esnaf seyyar satıcılardır
Mısırçarşıdaki serin şerbetler âlemin.
Kimliği belirsiz ürkek Paskalya mumlarıdır
suskun ve ağır ağır inen Tarlabaşı adımların...

İstanbul sana hâlâ bakar şu iki gözüm çocuk çocuk...
Şuranda, yetmişüçte zayıf titrek ellerimden
beyaz bir gül düşmüstü,
gökmavisi bir uyku gibi ansızın suya
ve dağılmıştı içimden, gitmişti gidebildiği gibi uzaklara.
Hangi gün, hangi akşamdı?
Unuttum, önüme, arkama ve düşmemelere baka baka...
Hatırlarmı şimdi beni caddeler, dar sokaklar?
Eğri büğrü, sessiz Rum kaldırımlar,
sahipsiz pencereler, kapılar?
Hatırlarmı Tepebaşı, Salacak, Galata köprüsü, Kuzkuncuk,
Büyükadadaki Maden, Çınar ve Kumsal?

İstanbul sana hâlâ bakar şu iki gözüm çocuk çocuk...



İoannis Bozikis - Bir âfet gibi (Atina-2012) / Copyright

Bu şiir, 28.09.2020 tarihinde Edebiyatla com sitesinde günün şiiri seçilmiştir.


İstanbul'um


Seni her gittiğim yere

beraberimde götürürüm.

Kalbimde kayıp bir aşk gibisin.

Milattan önce 667'de başlayan

ve günlerimize kadar uzanan

zengin ve büyüleyici tarihi değerin,

benim için çok önemlidir.

Göğsümde kazılmış

derin bir inanç gibidir.

Sen, benim hem güneşim

hem de sevdiğim ayımsın,

parlayan yıldızımsın.

En hüzünlü şarkımsın

ve de çılgın sevincimsin.

Doğmayı ve ölmeyi

tekrar ve tekrar,

sessiz sedasız deneyeceğim

en güzel ve en ilham veren

görkemli Şehir'sin...

Biricik İstanbul'um...

Unutulmaz İstin Poli'm,

Konstantiniyye'm...

Mutluluk Kapısı Dersaadet'im,

taşı toprağı altın,

Konstantinopolis'im, Seni...



İoannis Bozikis
Bir Âfet Gibi
(Atina-2012)
Copyright


Yüzyıl Gibi


Bu dünyaya geldim
Allah bilir niye,
Kör oldum görmedim
Yalan duya diye.

Elli gelmiş gider
Esen bir yel gibi,
Canım uçar tezer
Soluk bir gül gibi.

Düşle ömrüm bitti,
Bilmez oldum beni,
Evren döndü gitti,
Çok ağlattı beni.

Eren oldum yazdım
Dilim âşık cevher,
İsa oldum çıktım
Göğe bir münevver.

İçtim her bilgiyi
İçi çeşme zehir,
Yeldim bu dünyayı
Dışı çirkin tefsir.

Zaman büktü bellim
Her şey bir gün gider,
Olan olmuş derim
Yüz yıl gibi geçer.

Yarın bırak fâni
Şeytan olsun lânet,
Belki ölür YANİ,
Belki ölmez elbet.




Bozikis Ioannis (Atina-2005)

ISBN:960-630-777-8


Afedersiniz kardeşlerim


Sen, kardeşim,

yoksunlukların,

yuvasızlıkların

acıklı ve kabuslu

kucaklaşmalarında,

zayıf vücudunla...


Seni sevinçli,

şiir gözlü kız, seni.

Masumiyetinin gülüşünü

cennet mekânından

çalan caniler için...


Seni damgalanmış,

mühürlenmiş,

mütemadiyen

rahatsız edilen

ve zorla gece pazarlarında

ve kaldırımlarında sürüklenen...


Sen, uzaklıkların,

sebepsiz savaşların

ve acımasız özlemlerin

göçmen kızı...

Silah tüccarlarının

oyunları için

acılar ve pişmanlıklar içinde

terk-i evtâna

mecbur edilmiş yetim...


Sen, sönmüş gece ışıklarında

farkedilmiyen kum tanesi

ve daima elini uzatan

ve çöplerimin artıklarını

toplayan fakir

ve sahipsiz yoksul...

Sokaklarımızda dolaşıyorsun.

Ve sadakalarım

ve bahanelerim

bütünlüğünü kirletiyor,

kişiliğini pisletiyor...


Gençlik ışıklarında,

neşe ışıklarında,

yasak aşk ışıklarında

tövbesiz aşırı isteklerimizi

kabullenen, sen...


Fuhuşa zorla sürülen

ve henüz on yaşına

basmış çocuk kız...

Namus ve şerefini

feda eden,

esrar ve eroin için

bir kaç Euro'ya

vücud organlarını

satan genç.


Yollarımız asla kesişmiyor

ve hiç kesişmiyecek...

Gözlerimiz de bir türlü buluşamıyor

ve hiç de buluşamıyacak...

Yanlışlıklarımızla

ve yanlışlıklarınla gelişen

ve yoksunluğunla

ve yuvasızlığınla beslenen

sıcacık ve güzel döşenmiş

evlerimizde

sen hiç yoksun

ve olamazsın...

Siz hiç yoksunuz artık

ve olamazsınız...


Afedersin kardeşim...

Afedersiniz kardeşlerim...



İoannis Bozikis
Bir Âfet Gibi
(Atina-2012)
Copyright


Bağışla Bizi


Küçük Afrikalı zenci kardeş,

bağışla bizi.

Senin açlık anında

biz bol ekmekle

karınlarımızı doyuruyoruz.

Sen susuz kaldığında,

biz temiz su içiyoruz.

Biz zihinlerimizi

kitaplarla geliştirirken,

sen okulsuz büyüyorsun.

Sen ızdırap çektiğinde,

biz tatlı tatlı hayatlar yaşıyoruz.

Biz, öyle umursuz,

gönül rahatlığımızı sürdürürken

ve iç huzurumuzu korurken,

sen, kuraklılar içinde

meleklerle çekişip uğraşıyorsun,

cinlerle umutsuzca savaşıyorsun.




İoannis Bozikis - Bir âfet gibi

(Atina-2012) Copyright


Bu şiir, 30.10.2020 tarihinde Edebiyatla com sitesinde günün şiiri seçilmiştir.


Yazık Oldu Artin Bey'e


Yazık oldu Artin Bey'e,
uzanıp yatmış
sessiz,sedasız
yeşil gecede.
Tuhaftır hikayesi,
anlatamam sizlere.
Kaldırımda serilmiş
ay ışığına karşı.
Öyle ölürdü Artin Garibyan
her akşam dokuz sularında,
Abidei Hürriyet caddesinde.
Yine düşmüş,dağılmış
Ermeni Artin.
En son düşüşü
olmalıymış zavallının
o Nisan ayı'nın
yirmisekizinde.
Yalnız Kısır ağlardı
başının üstünde
ve yalardı kömür yüzünü,
yıldızların pırıltılı
ağırlığı altında.

Yaşamak zordu
Arto Garibyan
şu açlar dünyasında.
Hangi kapıyı çaldınsa,
ürpetirdi geceleri
iyimserliğin ve yoksulluğun.
Yarın öleceğim derdin hep
ve korkuturdun beni
kusturucu sarhoşluğunla.
Bindokuzyüzyetmişiki değilse,
bindokuzyüzyetmişüç,
Şubat değilse Nisan,
Salı değilse Cuma
ve hep öyle ölürdün
şu açlar dünyasında.

Bir türlü
çıkmıyorsun aklımdan.
Ölünecekse sarhoş ölünmeli derdin
küstahça yaşamaktansa.
Ve benimsedin ölümü
gökyüzünün aydınlığına
uzanmak için.
En son düşüşündü
o Nisan ayı'nın
yirmisekizinde.
Ağlardı Kısır yapayalnız
başının üstünde.
Ve bakardın bir türlü uyanmayan
Abidei Hürriyet caddesine
ve bakardın kaldırımlardan bize
tebeşir, yenik, yorgun gözlerinle.




IOANNIS BOZIKIS

Bir Boğaz Vakti

Atina - 2005

ISBN: 960-630-777-8

Bu şiir, 14.08.2020 tarihinde Edebiyatla com sitesinde günün şiiri seçilmiştir.