ΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ  (2)

POÉSIE EN LANGUE GRECQUE  (2)

YUNAN DİLİNDE ŞİİRLER  (2)


Άνθρωποι, μην βρίζετε τον ποιητή

μια σπίθα φως σε'σας θέλει να δώσει.

Κι αν δεν τα καταφέρνει σαν σχοινοβατεί

έχει σκοπό καλό για να σας σώσει.

Τη στερνή πατρίδα τους την παρατάν

από φύσημα διωγμένοι ορμητικώτατο.

Κωστής Παλαμάς


Εκείνοι που φεύγουν κυνηγημένοι


Εκείνοι, που φεύγουν από τις πατρίδες τους διωγμένοι,

ακούνε μόνο τον αγέρα, τις πλάτες τους να δέρνει.

Εκείνοι, που φεύγουν δεν έχουν διάθεση το φως να δούνε,

τρέχουνε ολοταχώς στα τρένα, στα καράβια για να μπούνε.


Εκείνοι, που φεύγουν από τις πατρίδες τους κυνηγημένοι,

γίνονται πέτρες, βράχια στ' ακρογιάλια ξεχασμένοι.

Σαν ταξιδιάρικα πουλιά περνάνε κάτω απ' τον ήλιο

και φτερωτά πετάνε σ' όλη την υφήλιο.


Εκείνοι, που φεύγουν από τις πατρίδες τους ξεριζωμένοι,

με μια βαλίτσα στο ένα χέρι φορτωμένοι

και με τις φλέβες τιναγμένες απ' τα πυρά του φόνου,

βαδίζουν με μάτια τραγικά μες στα χαλάσματα του πόνου.


Εκείνοι, που φεύγουν από τις πατρίδες τους ταπεινωμένοι,

γίνονται πέλαγος καημού, γίνονται ανεμοδαρμένοι.

Τρέχουν με μια καρδιά γιομάτη σκάγια κι αδειανοί,

τρέχουν βαθιά μέσα στου νου τα χάσματα γυμνοί.



Ιωάννης Μποζίκης

Η Συνείδηση του Βοσπορίτη

Στο Αίμα που Ξυπνάει -2006



Ο δικέφαλος αετός σου να! Μακριά...

Μακριά πέταξε με τ' άξια και με τ' άγια

και θα ισκιώσουν τα τετράπλατα φτερά

λαούς άλλους, κορφές άλλες, άλλα πλάγια.

Κωστής Παλαμάς


Ο ήλιος ο Βυζαντινός


Ένα πρωινό στα Νένητα της Χίου

ξεπρόβαλε ο ήλιος μου,

Μικρασιάτικος, ελκυστικός, απογυμνωτικός.

Κι ήρθε σαν χάδι νυμφικό

λίγα λουλούδια από το Βόσπορό μου να μου χαρίσει

και την ψυχή μου με γαλήνη να γιομίσει.


Κι εγώ πνιγμένος και θαμπωμένος από το φως του

προσπάθησα για λίγο να τον πιάσω,

για λίγο να τον αγκαλιάσω.

Αλλά ήταν άπιαστος,

ήταν απροσπέλαστος,

δεν μπόρεσα να τον χορτάσω.


Αχ! Η καρδιά μου που ακόμη νοσταλγεί

να βλέπει τον ήλιο μου, που μ' έθρεψε,

να στέκεται θαμπωτικός κι ωραίος

κι άξαφνα να ξεδιπλώνεται,

από τη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη,

Δικέφαλος Αετός, Βυζαντινός κι Ακμαίος.



Ιωάννης Μποζίκης

Η Συνείδηση του Βοσπορίτη

Στο Αίμα που Ξυπνάει -2006

Το ποίημα αυτό μελοποιήθηκε το 2008από τον Μιχάλη Αρχοντίδη



Εποχές Πλάνης


Με ένα μικρό κλωνί ελιάς

φτάνω σ' όλες τις άκρες του καιρού

κι ανοίγω την πρώτη σελίδα της ιστορίας.

Πουθενά δεν υπάρχει Ιθάκη,

δεν υπάρχουν Κύθηρα

και στο δρόμο μου βρίσκω μόνο την Κίρκη,

στολισμένη στην φρικτή μεγαλοπρέπειά της.

Στην απελπισμένη περιπλάνησή μου

άλλοτε περπάτησα με αγάπη

κι άλλοτε με μίσος, πίκρα και τύψεις.

Κι όμως ήταν τόσο ωραία η πλάνη μου

με τα τόσα αποτεφρωμένα όνειρά της

και με τα τόσα θαύματά της,

που ακόμα μάχομαι

με κάθε πάθος να την φτάσω.

Κι έτσι μένω πάντα σταυρωμένος,

τόσο δυνατά, τόσο σφικτά

σαν λείψανο στο άγιο πεπρωμένο της

το οποίο αδυσώπητα με τραβάει

στην κιβωτό της μοίρας μου.



Ιωάννης Μποζίκης

Στο Μάτι του Θανάτου - 2016


O terre natale! A votre nom que j aime,

mon âme s' en va toute hors d'elle meme.

Marceline Desbordes - Valmore


Στη λατρεμένη μαννούλα μου


Ναι, εγώ είμαι, ο ίδιος


Ναι, εγώ είμαι,

ο ίδιος, όπως με γνώρισες,

ο ίδιος, όπως μ' έπλασες,

αναπότρεπτος, ανεξήγητος,

αυθεντικός, ευδιάκριτος.


Ναι, εγώ είμαι,

ο ίδιος, όπως με γέννησες,

ο ίδιος, με το δικό μου πρόσωπο,

διάφανος, αποκαλυπτικός, δίκαιος,

ελεύθερος κι επαναστατικός.


Ναι, εγώ είμαι, ο ίδιος

και δεν είμαι καθόλου κρυμμένος

πίσω από τους θάμνους,

όπως αυτούς τους βρομερούς,

που βιώνω καθημερινά,

τους διπρόσωπους, αναξιόπιστους, ψεύτικους

ασήμαντους κι υποταγμένους.


Ναι, εγώ είμαι, ο ίδιος

αγνός όπως μ' έπλασες,

αξιολάτρευτος στην ευπιστία της αγνότητάς μου.

Και δεν νιώθω καθόλου ενοχές

γι' αυτούς τους μορφωμένους και μη,

που γνώρισα εδώ στην Αθήνα,

που χειρονομούν χυδαία, που βρίζουν,

που είναι υποταγμένοι

στην ανάγκη της ανάγκης,

υποταγμένοι στο χρήμα,

καπάτσοι στην εύκολη ελπίδα.


Ναι, εγώ είμαι,

ο γιός σου ο Ιωάννης,

όπως με δημιούργησες,

όπως μ' έπλασες,

στην όμορφη κι εφτάλοφή μου Πόλη,

στις όχθες του Βοσπόρου μου

και στ' ακρογιάλια του Μαρμαρά μου.

Θρεμμένος, με το θείο σιτάρι της Ανατολίας,

με το βοριά, που πνέει ασταμάτητα,

κι έχει για πάντα μέσα στα σπλάχνα μου φωλιάσει.

Μορφωμένος από εξαίρετους καθηγητές,

Γάλλους, Τούρκους κι Έλληνες.

Ένας γνήσιος Βυζαντινός,

ένας Δικέφαλος Αετός, όπως με ήθελες,

με το βλέμμα μου διαπεραστικό,

αιχμηρό, ερευνητικό κι αυστηρό

και με το πνεύμα μου ανήσυχο,

φλογισμένο και σοφό,

πότε να τρέχει στους δρόμους της Ανατολής,

πότε ν' ανεμίζεται στη Δύση,

πότε σοφότερο να κατεβαίνει στο περιβόλι των νεκρών,

πότε μικρό παιδί, στους ουρανούς με τους θεούς να παίζει.



Ιωάννης Μποζίκης

Η Συνείδηση του Βοσπορίτη

Στο Αίμα που Ξυπνάει -2006



Και ήταν όπου κόσμοι αντίμαχοι

με την ίδιαν ερωτοπαθή μανία

ν' αγκαλιάσουνε λαχτάριζαν

την πανώρια Βοσπορίτισσα, τη μία.

Κωστής Παλαμάς

«Ο δωδεκάλογος του γύφτου»



Στου Αγίου Ρωμανού την Πύλη


Ένα πρωί στου Αγίου Ρωμανού την Πύλη,

μέρα ανοιξιάτικη τ' Απρίλη,

συνάντησα δυο Τούρκους διαβασμένους,

σοφούς κι αρκετά θλιμμένους.


Έρμοι, σκυφτοί καθόντανε,

ανάμεσα σε πρόβατα κι αλόγατα,

έρμοι κατ' απ' τα τείχη

τα υπερκόσμια και τ' αθάνατα.


Ένα πρωί στου Αγίου Ρωμανού την Πύλη,

μόλις ο ήλιος είχε ανατείλει,

συνάντησα δύο αλλόθρησκους διαβάτες,

παράξενους, κλειστούς κι ανοιχτομάτες.


Έρμοι, σκυφτοί καθόντανε

κάτω απ' τον ίσκιο μιας αμυγδαλιάς,

σκυφτοί σ' ένα πλακόστρωτο

μιας γκρεμισμένης εκκλησιάς.


Και κάθισα σ' εκείνο το πλακόστρωτο

με τους σοφούς να συγγενέψω,

τη λιόχρυση τη δρόσο να χαρώ,

το βυθισμένο πνεύμα μου να φέξω.


Και κάθισα, σ' ένα πεζούλι δροσερό

με τους αλλόφυλους να γειτονέψω,

την όμορφη την Πόλη να χαρώ,

τους μιναρέδες της ν' αγναντέψω.


Έτσι αγνάντευα την Πόλη

και με τα μάτια ενός προφήτη,

τίμια, χωρίς έχθρα, χωρίς μίση,

τη μαγεύτρα μου Αφροδίτη.


Καθώς ανοίξαμε συζήτηση

και μου έφεξε κι εμέ λαχτάρα,

ψιθύριζαν, γλυκοστέναζαν οι σοφοί

μια ολέθρια κατάρα.


Και μου 'παν ότι ήρθαν οι καιροί,

που η Πόλη έναν ελευθερωτή θα καρτερούσε

κι ένας Δικέφαλος Χρυσαετός

όπως παλιά σαν ήλιος θα φεγγοβολούσε.


Ενώ οι δυο τους διηγούνταν αυτά τα θαύματα,

δεν ξέρω πως, μια έκσταση μου 'ρθε κι εμέ

κι αναδιπλώθηκα στον κόσμο μου το μυστικό

για να χαρώ τα ξαφνικά μελλούμενα οράματα.


Κι είδα ξάφνου τον Κωνσταντίνο Δραγατσή,

από τα σύννεφα γοργά να κατεβαίνει,

με χίλιους δοξασμένους καβαλάρηδες,

στην αξιολάτρευτη την Πόλη μου να μπαίνει.


Ω, μέρα διάφανη κι ηλιόλουστη,

μέρα φωτός στα τείχη των αρχαίων!

Ω, μέρα γενναιόδωρη αλλά κι ανέλπιδη,

μέρα, που καρτερά την μοίρα των Ρωμαίων!


Ω, γη που άνοιξες και φώτισες τη μέρα!

Τα πάντα άκουσα κι είδα κι άλλα πέρα.

Κι είδα κάτι αναπάντεχο, κάτι μεγάλο,

που συγκινήθηκα κι άρχισα τα κλάματα να βάλω.


Ω, εάλω! Ω, εάλω! Ω, Πόλη μου Βυζαντινή!

Ω, Πόλη μου αξιολάτρευτη κι ας σε λεν τουρκάλα!

Στου Ρωμανού την Πύλη, ω, φάντασμα,

βρικόλακα του Δραγατσή, αγνάντια εκείνο το πρωί,

σ' αντίκρισα στην Ασπροποδαρούσα σου καβάλα!


Καθώς εξύπνησε κι ο Πορθητής,

από της Άλωσης το βαθουλό μεθύσι

σαν από μάγισσας χρυσό ραβδί

άλλαξε χλόη η κοσμοπλάστρα φύση.


Και τρέξανε κι οι δυο σοφοί

ομπρός στα πόδια του να πέσουν,

την ιερότητα του Πορθητή

με μια γλώσσα προσταγής να στέψουν.


Και είδαν τον άρχοντα Σουλτάν Μεχμέτ,

σαν λείψανο, με σάρκα και οστά

τα χέρια στον Αλλάχ να υψώνει

και μ' ένα βλέμμα ιερό, τον Δραγατσή να καμαρώνει.


Ήτανε θέλημα κι αίνιγμα καιρού

από την Πύλη καβαλάρης να περάσει.

Ήτανε θέλημα Θεού και Νου

σαν βασιλιάς θριαμβευτής να φτάσει.


Και βάφτισαν στις θάλασσες του Μαρμαρά,

την άπιστη Στανμπούλ ξανά Βυζάντιο

για να φυλάει τους λαούς της περιοχής,

απ' ένα εισερχόμενο ναυάγιο.


Κι έλουσαν μες στου Βοσπόρου τα νερά

ξανά την Άγια «Νέα Ρώμη»,

για να την κάνουν, όπως παλιά, λαμπρή,

λαμπρότερη κι από την άλλη «Τρίτη Ρώμη».


Κι ορκίστηκαν δε οι λαοί

από το Δούναβη μέχρι και τον Ευφράτη

να υποταχθούν στον Κωνσταντίνο Δραγατσή,

που καβαλά έν' αετοκέφαλο άτι.


Κι ας γίνει σύμβολο του Βασιλιά το άτι

να ενώσει Χριστιανούς κι Οθωμανούς,

από τα παγερά νερά του Δούναβη,

μέχρι τα χλιαρά νερά του Ευφράτη.


Και μόλις βγούνε οι λαοί της περιοχής,

από του Γολγοθά το κοιμητήρι

η Ρωμανία ολόκληρη θ' αναστηθεί

και δε θα είναι πια της Δύσης πατητήρι.


Βλάχοι, Τούρκοι κι Αλβανοί,

Έλληνες, Βούλγαροι και Σέρβοι,

θα 'ναι πολίτες ενωμένοι και περήφανοι

μιας Ρωμανίας ανεξάρτητης και δυνατής,

που όλος ο κόσμος θα ζηλεύει.


Καθώς εβρόντηξε η πρώτη αστραπή

κι άρχισε να βρέχει αγάλι - αγάλι,

ξάφνου πετάχτηκα κι εγώ,

από του νου την απαλή αγκάλη.


Κι είδα της μπόρας τη μαυρίλα

ν' αστράφτει, να μουγκρίζει

και μια αγέλη από παιδιά

την ώρα, τη στιγμή να βρίζει.


Πήρα κι εγώ γοργά το δρόμο μου

για να προστατευτώ από την καταιγίδα

και να ξεχάσω μέσα στη νεροποντή

αυτά, τ' απίστευτα, που στ' όνειρό μου είδα.




Ιωάννης Μποζίκης

Η Συνείδηση του Βοσπορίτη

Στο Αίμα που Ξυπνάει -2006

Στο Στέφανο Μποσταντζόγλου


Κάποτε ελπίζαμε


Κάποτε υπήρξαμε παιδιά

στην όμορφη και ταραγμένη Πόλη

κι ελπίζαμε.

Και κάποτε χαθήκαμε, κάπου αλλού,

σε μια πλούσια χώρα, στη Γαλλία.

Παράτολμη αναπήδηση

μες στους λαβύρινθους της γνώσης.

Εκεί διδαχτήκαμε,

εκεί μορφωθήκαμε.


Αργότερα βρεθήκαμε στην Αθήνα,

πόλη ανεξήγητης μοναξιάς,

γενικής ερημιάς

κι αμοιβαίας εχθρότητας.

Πνιγμένοι μες στο αίμα μας,

απελπισμένοι μες στον πόθο μας,

ξεριζωμένοι από τις ρίζες μας,

αμείλικτοι, ακούραστοι κι ανεξάντλητοι,

θεότυφλοι και βιαστικοί ιχνηλάτες

των κούφιων ονείρων και ψευδαισθήσεών μας,

αναμάρτητοι μέσα σε αυτήν την αδιαφάνεια,

μέσα σε αυτή τη γύμνια,

ακόμα ελπίζαμε.


Και πάλι, χαθήκαμε για κατακτήσεις ένδοξες

στο Παρίσι, στο Κάιρο, στη Βαγδάτη και στην Αθήνα.

Εκεί, αγωνιστήκαμε για έπαθλα σιωπηλά,

εκεί, δημιουργηθήκαμε...

Κάποτε πάλι θα βρεθούμε

σε μια άλλη πόλη,

πιο ζεστή και φιλική,

ίσως εκεί, που ξεκινήσαμε,

κουρασμένοι, τσακισμένοι, μαρασμένοι,

με τις αναμνήσεις μας αχνιασμένες

και με τις μνήμες μας θρυμματισμένες.

Και τότε, ίσως να μη γνωριστούμε

και σαν τα δένδρα που δε θυμούνται

την περασμένη άνοιξη,

έτσι σχεδόν αμείλικτοι κι αράγιστοι

να ξεκινήσουμε απ' την αρχή

όπως παλιά, όπως την πρώτη μέρα,

διαλυμένοι, γερασμένοι,

δύσπιστοι, χωρίς ελπίδα και χωρίς ζωή,

εκεί, που κάποτε αγνά παιδιά υπήρξαμε,

στην ίδια όμορφη και ταραγμένη Πόλη,

εκεί, που αφήσαμε τα νιάτα και χαθήκανε,

εκεί, που κάποτε, αθόρυβα και σιωπηλά

στων άλλων την αντίληψη

μια θέση να εξασφαλίσουμε πασχίζαμε.



Ιωάννης Μποζίκης

Η Συνείδηση του Βοσπορίτη

Στο Αίμα που Ξυπνάει -2006


Mais j'ai souffert un dur martyre

Et le moins que j'en pourrais dire

Si je l'essayais sur ma lyre,

La briserait comme un roseau

Alfred de Musset


Μαύρε Ιούλιε


Μαύρε Ιούλιε του εξηνταοκτώ,

στις σκοτεινές χαράδρες σου

τους πήρες και τους δυό

κι εγώ δεν πρόλαβα να τους χαρώ.


Καταμεσής ενός καυτού καλοκαιριού

κι ανάμεσα από δυο θανάτους,

ξεφύτρωσα ξανά γυμνός!

Ω, Ιούλιε ανυπόφορε,

να ξέρεις, πόσο σε φοβάμαι

και πόσο σε μισώ!


Αδικημένος μες στο καυτό λιοπύρι σου,

χωρίς να ξέρω τι θέλω και πού πάω

κι αναδιπλωμένος, κοιτάζω κατάματα

τη θαμπωμένη ελευθερία σου,

ψάχνοντας για το δικό μου άπειρο,

μοναδικό, τριανταφυλλένιο,

μακρινό και παράξενο,

σαν την ίδια σκοτεινή κι αδιάφανη ελευθερία σου.


Ω, Ιούλιε εκτυφλωτικέ!

Ιούλιε εφιαλτικέ,

π' όλο εκπλήξεις μου φυλάς!

Να ξέρεις, ότι με τρομάζεις!

Σε φοβάμαι και στα αλήθεια σε μισώ.



Ιωάννης Μποζίκης

Στο Αίμα που Ξυπνάει -2006


Θεσσαλονίκη


Αύγουστος του εβδομήντα επτά

στην πόλη της Θεσσαλονίκης,

μόλις από το πρώτο χάδι σου

σε ένιωσα ότι μου ανήκεις.


Από εκείνο το μικρό παράθυρο,

που έβλεπε το αψηλό σου κάστρο,

ένα ορθό τριαντάφυλλο ευώδιαζε

και είχε σχήμα, ένα άστρο.


Και μία μελωδία όλο έπαιζε·

την λέγανε «Χρυσή Μακεδονία»

κι ο ήλιος σου ο λιοτρόπιος φώτιζε

κάθε γαλάζια ελληνική γωνία.


Θεσσαλονίκη στο πρώτο σου το φίλημα

με έθελξαν τα ωραία σου τα κάλλη.

Ω, τι κρίμα που δεν έτυχε

να ζήσω στην δική σου την αγκάλη!!


Μ' ένα χαμόγελο με καλωσόρισες

με την απλή σου καλημέρα,

την εποχή, που η ώρα μέτραγε

έως μια ολόκληρη ημέρα.


Και μία μελωδία όλο έπαιζε·

την λέγανε «Χρυσή Μακεδονία»

κι ο ήλιος σου ο λιοτρόπιος φώτιζε

κάθε γαλάζια ελληνική γωνία.


Αύγουστος του εβδομήντα επτά,

θυμάσαι, που σου φίλαγα εγώ τα χείλη

κι εσύ, χανόσουνα αργά και πορφυρά

μ' αυτήν την μελωδία μες στο δείλι.



ΜΠΟΖΙΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ

QUALIS REX TALIS GREX (2010)





Στύβω τον πόνο με τον στίχο μου


(προσκύνημα στην Κύπρο)


Κάτι ευγενικό, γλυκό και μακρινό

κρατώ μέσα στα εξήντα χτυποκάρδια,

μία νήσος θείου φωτός νιόβγαλτου,

που μ' άφησε ανέσβηστα σημάδια.


Δεν δύναμαι μόνο στην Πάφο και στην Λεμεσό,

στην Λάρνακα, που με καλεί να φτάσω,

μ' ολάνοιχτη την αγκαλιά σε προσμονή,

όλη την Μεγαλόνησο θέλω να αγκαλιάσω.


Στύβω τον πόνο με τον στίχο μου

και μ' όλη την ένταση, που μου απομένει,

η Κύπρος σ' ένα τέτοιο φως περίσσιο

ωσάν ειρήνης περιστέρι να διαβαίνει.


Πενταδάκτυλος, Μόρφου, Αμμόχωστος, Κυρήνεια,

έχω τα μάτια μου στα κατεχόμενα στραμμένα,

τοπία του πιο πικρού ξεριζωμού ορφανεμένα,

άγια κι απαρηγόρητα από τα πιο αγαπημένα.


Σκύβω και αφουγκράζομαι, στερνά φιλώ

την γη αυτή, που πίκρισε τα παιδικά μου χρόνια,

πλάθω ελπίδες γόνιμες με πράσινες ευχές,

ελεύθερη κι αδιαίρετη να καθρεπτίζεται αιώνια.


Στύβω τον πόνο με τον στίχο μου

και μ' όλη την ένταση, που μου απομένει,

η Κύπρος σ' ένα τέτοιο φως περίσσιο

ωσάν ειρήνης περιστέρι να διαβαίνει.


Κάτι καρτερικό, θερμό και τολμηρό

ζητώ μέσ' απ' τα εξήντα χτυποκάρδια,

μόνο μια στάλα ανθρώπινης παρηγοριάς,

Τούρκοι, Ρωμιοί να ζουν' αδελφικά κι εγκάρδια.




ΜΠΟΖΙΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ

QUALIS REX TALIS GREX (2010)





Ευτυχία


Είσαι μόνο το σήμερα κι όχι το αύριο.

Ξεδιπλώνεσαι κατάστηθα στον άνεμο

σαν πανιά του πελάγους.

Αγγίζεις την τελευταία αχτίδα του ήλιου,

και το σκιερό και φουρτουνιασμένο πέρασμα

απ' όπου κι αντλείς

την αναλλοίωτη και κατασταλαγμένη ευωδία σου

για να αχρηστέψεις

το αναμφίβολό μου σιωπητήριο.




Ιωάννης Μποζίκης

Στων Παθών τη Λύσσα

(Αθήνα -2007)


Πότε θα πάω στην Ίμβρο και στην Τένεδο


Πότε θα πάω κι εγώ στην Ίμβρο και στην Τένεδο

με τ' ακριβό χρυσό καράβι της επιστροφής,

για να κουρνιάσω στα θαλπερά νερά του Κακοπέρατου,

ωσάν πουλάκι ανάσβηστο αυτής της πληγωμένης γης;


Πότε θα μ' αξιώσει κι εμένα τον έρημο, ο Θεός,

πάνω στους όρμους τους απάνεμους να φτερουγίσω,

στ' απαρηγόρητα τ' ακρωτήρια τ' αβασίλευτα,

μερόνυχτα τ' άγιο καντήλι τους να προσκυνήσω;


Στην Αλυκή, στον Αύλακα, στον Κέφαλο

οι τελευταίες σπίθες έχουν σβήσει

κι όμως θαμπά θαμπά και μελιχρά

ένα ρωμαίικο χαμόγελο πάει να αναβλύσει.


Ποια τώρα μεσουράνια να κράζω δύναμη

για να γλιτώσω αυτήν την γη απ' τα ερέβη;

Τα δυο μου χέρια ανοιχτά εκλιπαρώ,

ποτέ πικρός ξεριζωμός να μην την επαιδεύει!!


Τ' αγριολούλουδα κοιμήθηκαν στον όρο του Προφήτ' Ηλία

γιατί εχάσανε του Αιγαίου το γλυκό το χάδι.

Ογδόντα χρόνια πέρασαν με μιας σαν αστραπή

κάτ' από έναν ίσκιο σκοτεινό του Άδη.


Στους Άγιους Θεοδώρους, στ' Αγρίδια, στο Γλυκύ,

οι τελευταίες σπίθες έχουν σβήσει

και όμως θαμπά θαμπά και μελιχρά

ένα ρωμαίικο χαμόγελο πάει να αναβλύσει.


Πότε θα πάω κι εγώ στην Ίμβρο και στην Τένεδο

με τ' ακριβό, χρυσό καράβι της επιστροφής

για ν' ακουμπήσω στα θαμπά και θεία χείλη τους

έν' Αναστάσιμο Αδελφικό Ελληνικό φιλί ζωής;



ΜΠΟΖΙΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ

QUALIS REX TALIS GREX (2010)





Άγια Δύναμη


Μια ολόλευκη εκκλησία

ασάλευτη στο Αιγαίο.

Δύο τρεις ξενώνες

από κακόγουστο τσιμέντο

να πνίγονται στο χώμα.

Τρία αλμυρίκια από το χρόνο κουρασμένα

και μες στη ζέστη

από τζιτζίκια φορτωμένα.

Παρέες να κολυμπάνε μισόγυμνες κι ο ήλιος

πάνω τους να βασιλεύει.


Αγέρας και κύμα

σαράντα ολόκληρα χρόνια

ούτε μια σπιθαμή στεριάς

να μην έχει σμιλέψει.

Εδώ της μάνας μου η δυνατή φωνή

και το μουρμουρητό της το ίδιο παραμένουν,

«Βασίλη, Γιάννη, όχι βαθιά

και μην ξανοίγεστε μακριά!»,

ξεπηδά ολόγυμνα μέσα από το νου μου

σαν ένα μοιρολόγι Τούρκικο,

που μου ραγίζει ακόμα την ψυχή μου.


Κι εγώ, ολόορθος κι ακίνητος

στης Άγιας Δύναμης τη χάρη,.

ορθός, τα μάτια μου στα βράχια

και τους αχινούς στραμμένα,

και με τα δάκρυά μου

στο πέλαγος να πέφτουνε,

θέλω της θάλασσάς της

την αλμύρα να γλυκάνω,

καθώς, με την καρδιά μου

στο ανάλαφρό της αεράκι σταυρωμένη,

τα παγωμένα κι αγιασμένα ύδατά της,

με πόνο και με πίκρα να ζεστάνω.


Ιωάννης Μποζίκης

Στο Αίμα που Ξυπνάει -2006

Το ποίημα αυτό μελοποιήθηκε το 2008 από τον Μιχάλη Αρχοντίδη





Στη Χίο έχω ένα σπίτι


Στη Χίο έχω ένα σπίτι,

όλο μαστίχα μου μυρίζει,

έχει μια σκάλα πολύ παλιά και πέτρινη,

που άκουσε και του προπαππού μου τη φωνή.


Στη Χίο έχω ένα σπίτι,

που την καρδιά μου με χιώτικο τριαντάφυλλο γιομίζει

και με βασιλικό και δυόσμο τη δροσίζει.

Έχει ένα φούρνο πολύ παλιό,

που ακόμα φρέσκο ψωμί μυρίζει.

Κι έψησε και της γιαγιάς μου το ψωμί

κι άκουσε του παππού μου τη φωνή.


Στη Χίο έχω ένα σπίτι,

ένα μικρό πυργόπουλο θυμίζει.

Έχει ένα κατώι με τόξα και καμάρες,

που είδε ακόμα και της μάνας μου τις χάρες.


Στη Χίο έχω ένα σπίτι

που την ψυχή μου γουλιά-γουλιά καλωσορίζει

και με χαμόγελα ελπίδας τη φωτίζει.

Έχει ένα δώμα αξέγερτο,

κάπως τη σκάλα για να φέξει.

Σε μια γωνιά, της Παναγιάς

ένα εικόνισμα έχω τοποθετήσει

ίσως τη μεγαλόψυχη τη μάνα μου για να θυμίζει.

Όταν το βλέμμα της, το βλέμμα μου αντικρίζει

εκείνη χαμογελάει, σκύβει τα μάτια και δακρύζει.



Ιωάννης Μποζίκης

Στο Αίμα που Ξυπνάει -2006





Μικρέ Μυστρά της Κυριακής


Και πάλι με υποδέχεσαι Μικρέ Μυστρά

σπίτι της Κυριακής,

σπίτι του Πάσχα, της Πρωτοχρονιάς

και του Μεσσηνιακού Αυγούστου.

Σπίτι παλιό και πέτρινο,

κάποτε βουλιαγμένο στις τσουκνίδες.

Πόσο μου φαίνεσαι μικρό

στων κλαδών τις αψίδες!

Πως μοιάζεις έτσι ανάλαφρο

Στη μέση της ζωής!


Δέχομαι τη στέγη σου,

το μύθο σου αγκαλιάζω.

Ζω μέσα στη γαλήνη σου,

δικά σου και τα μυστικά μου.

Τη φυλαγμένη από δενδρολίβανο

Θα ανασαίνω τη μυρωδιά σου,

τους τοίχους σου, τον κήπο σου

και τις κουντουρουβιές σου σαν κοιτάζω.


Και σεις δένδρα του Μικρού Μυστρά,

σκληροί αφέντες της υπομονής,

περήφανοι ονειρευτές στον ουρανό της φύσης.

Εκεί, στ' αναπαυτήρια των πουλιών

μέσα στα φύλλα των κλαδιών σας,

θέλω ελεύθερος να αισθανθώ

της φύσης την αγκάλη,

εκεί, που ακόμα ψάλλει τα τραγούδια του

το αθάνατο μαϊστράλι.



ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΠΟΖΙΚΗΣ

Μυστράκι Μεσσηνίας 1999

Il s' en allait errant sur la terre.

Que Dieu guide le pauvre exilé !

Félicité de Lamennais


Ήρθα κι εγώ εδώ


Ήρθα κι εγώ εδώ, με όνειρα τη νέα μου ζωή να στήσω,

μέσα απ' τ' άβατα και τ' αξεδιάλυτα της μοίρας μου,

της άνοιξης τη βαρυχειμωνιά να χαιρετήσω.


Ήρθα κι εγώ εδώ, σ' ένα πορνείο για να ζήσω,

μες στην οχλοκρατία της βρομιάς

σαν στοιβαγμένα φύλλα να σαπίσω.


Ήρθα κι εγώ, μες στα λαγούμια σαν κατακάθι να βουλιάξω,

στης φρίκης και της ασκήμιας τα χαρακώματα

τα στήθη μου μ' όλο πληγές κι απελπισία να χαράξω.


Ήρθα κι εγώ εδώ, με δάκρυα το πνεύμα μου να πνίξω,

στους μεταπράτες, φιλόδοξους, καπάτσους και σαράφηδες

τα κόκαλα κι ότι ιερό μου έμεινε ν' αφήσω.


Ήρθα κι εγώ εδώ, στη μέση της ζωής αργά ν' αρχίσω

λίγο με ποίηση το νου μου να μεθύσω

κι αργά-αργά, στη νύχτα, την αδειοσύνη μου να εκποιήσω.



Ιωάννης Μποζίκης

Η Συνείδηση του Βοσπορίτη

Στο Αίμα που Ξυπνάει -2006



Θαυμαστός και ο κακός αμαρτωλός

αλλά μόνο για τις αμαρτίες του.

Furor impius intus frenit horridus ore cruento

Virgilus


Ad gloriam

(146 π.Χ.)


«Είμαι ο Κάτων ο Πρεσβύτερος,

υπηρέτης των Ρωμαίων

και δηλώνω στην παρούσα Σύγκλητο, adirato,

ότι η Καρχηδόνα πρέπει να καταστραφεί in toto.

Delenda est Carthago

κι ας μ' ακούσουν οι γενναίοι στρατηγοί

του ανερχόμενου Imperium Romanum.

Η αναζωογονημένη προσπάθεια ευημερίας της Καρχηδόνας

είναι η μεγαλύτερη απειλή για την ευημερία της Ρώμης.»

Εκείνοι του απάντησαν:

«Μα, γερο-Κάτων, την έχουμε ήδη ισοπεδώσει.

Ο στρατός της νικήθηκε στη Ζάμα

κι η ειρήνη, που της επιβλήθηκε

ήταν ταπεινωτική.»

Εκείνος, δυσαρεστημένος από την απραξία τους,

φώναξε ουρλιάζοντας:

«Delenda est Cart hago..., hic et nunc,

αν θέλετε να δείτε τη Res Publica

ένα απέραντο Ιmperium

Το ίδιο έτος και μετά το θάνατό του,

ο Σκιπίων ο Απριλιανός ο Αφρικανός ο Νεότερος

κι ονομαζόμενος ο Νουμαντιανός

κατέστρεψε βάρβαρα κι ολοκληρωτικά την Καρχηδόνα,

τερματίζοντας άξαφνα και in perpetum τον ιστορικό της βίο.

Και εγένετο το θέλημα του γέρο-Κάτωνα,

ad gloriam της Ρώμης.




Ιωάννης Μποζίκης

Στων Παθών τη Λύσσα

(Αθήνα -2007)



Γάιος Αβίδιος Κάσσιος

(75 μ. Χ.)


«Ουδείς βεβαιότερος εχθρός από ευεργετηθέντα αχάριστο »

αυτά έλεγε ο Καλλίμαχος και δεν είχε και καθόλου άδικο.

Έτσι ευεργέτησαν, ο αυτοκράτορας Μάρκος Αυρίλιος

και ο υιοθετημένος, από τους Αντωνίνους, Λούκιος Βέρος,

το στρατηγό Γάιο Αβίδιο Κάσσιο

και στο τέλος αυτής της προσφοράς τους

εισέπραξαν την απόλυτη αχαριστία του.

Αν και προσέφερε πολλά στη Ρώμη,

στον αυτοκράτορα και στο Λούκιο Βέρο τον ίδιο,

συντρίβοντας τον Πάρθη ηγεμόνα Βολογέσο,

καταλαμβάνοντας από αυτόν την Έδεσσα,

σημειώνοντας επιτυχίες στη Μηδία, τη Συρία

και σε όλες τις Ασιατικές κτήσεις της Ρώμης,

όταν αισθάνθηκε αρκετά ισχυρός

με όλες αυτές τις επιτυχίες του,

τότε, ως νέος διορισμένος "Parthius Maximus et medicus",

του καλλιεργήθηκε η ανόητη αυταπάτη

ότι θα μπορούσε να σφετεριστεί

και την ίδια την αυτοκρατορική εξουσία.

Διαδίδοντας λοιπόν ανυπόστατες φήμες

ότι ο Μάρκος Αυρήλιος πέθανε σε εκστρατεία στο Δούναβη,

ανακηρύχθηκε κύριος των Ασιατικών κτήσεων

της μεγάλης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Όμως, βραχύβια υπήρξε η νέα του εξουσία.

Προτού ο Μάρκος Αυρήλιος

επιστρέψει και συγκρουστεί μαζί του,

ο ευνοούμενος του αυτοκράτορα σφετεριστής, δολοφονήθηκε.

Κι από τους ίδιους τους στρατηγούς του,

ευεργετηθέντες και αυτοί όλοι από αυτόν

και με υψηλά αξιώματα,

για να διαιωνίζεται παντοτινά ο λόγος του Καλλίμαχου,

« ουδείς βεβαιότερος εχθρός από ευεργετηθέντα αχάριστο  ».




ΜΠΟΖΙΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ

QUALIS REX TALIS GREX (2010)




Ανδροκλής ή Άνδροκλος

(1ος μ.Χ. αι.)


Σύμφωνα με το ρωμαϊκό έθιμο

όταν δραπετεύεις από το σπίτι του κυρίου σου,

μετά τη σύλληψή σου

σε καταδικάζουν με ένα λιοντάρι να παλέψεις.

Εάν στη θηριομαχία

καταφέρεις να το σκοτώσεις,

κερδίζεις την ελευθερία σου.

Διαφορετικά, γίνεσαι τροφή ή θήραμα

των θηρίων του Κολοσσαίου.

Ο Έλληνας σκλάβος Ανδροκλής,

παραδόξως δεν πάλεψε με τα θηρία.

Μία μαρτυρία λέει,

ότι, μόλις αφέθηκε ελεύθερο το λιοντάρι,

αντί να ορμήξει απάνω του

και να τον κατασπαράξει,

άρχισε τα χέρια του να γλύφει.

Έκπληκτο, το παθιασμένο πλήθος

ρώτησε τον Ανδροκλή τι συνέβη.

Και εκείνος τους εξήγησε

το εξής συγκινητικό περιστατικό.

Κάποτε, όταν βρισκόταν στην Αφρική,

είχε συναντήσει αυτό το ίδιο λιοντάρι

και του είχε αφαιρέσει

ένα μεγάλο αγκάθι από το πόδι του,

που έκανε το ζώο το υποφέρει.

Το λιοντάρι, πράο όπως πάντα,

μετά από κάμποσα χρόνια,

τον αναγνώρισε

και γι' αυτό δεν του επιτέθηκε.

Από τότε, αναφέρεται ότι,

ο Ανδροκλής ελευθερώθηκε.

Έγινε πολίτης της Ρώμης

και ελεύθερα περιδιάβαινε στους δρόμους της

μαζί με αυτό το θηρίο.

Έτσι ίσως, πολύ σπάνια κάποιος

σε ένα πράο λιοντάρι χάρη να κάνει,

σίγουρα όμως, την ώρα

και το χρόνο του δεν χάνει.




ΜΠΟΖΙΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ

QUALIS REX TALIS GREX (2010)




Κορτές Ερνάν

(1485 - 1547 μ.Χ)


Οι Βορειοαφρικανοί, Κορτέζ,

είναι απόγονοι του Αννίβα,

της ένδοξης Καρχηδόνας.

Δεν είναι Αζτέκοι και Τολτέκοι,

που τρομοκρατούσες με τα δέκα τηλεβόλα,

τα δεκαεφτά άλογα και τους τριάντα δύο πυροβολητές σου!

Μπορεί στην κατάκτηση του Μεξικού

να τα κατάφερες, να νίκησες τους ιθαγενείς

και να έκανες μία αμύθητη περιουσία

από τη λεία σου.

Εν τούτοις, με το βασιλιά σου, τον Κάρολο Ε΄

ξεφτιλίστηκες στο Αλγέρι.

Οι Βορειοφρικανοί, Κορτέζ,

είναι απόγονοι του Αννίβα!!

Ξέρουν καλά από πόλεμο και αντίσταση

και δεν τους φοβίζουν τα τηλεβόλα σου!

Εκεί δεν είναι ο Άγιος Δομίνικος,

το Ταμπάσκο, η Vera Cruz και η Ονδούρα,

που γνώρισες στη νέα Ισπανία!

Εκεί δεν κάνεις περίπατο!!

Ή πεθαίνεις ή το βάζεις στα πόδια

και ξεφτιλίζεσαι!!!



ΜΠΟΖΙΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ

QUALIS REX TALIS GREX (2010)



Μεσ' στις παινεμένες χώρες, Χώρα

παινεμένη , θα 'ρθει κ' η ώρα

και θα πέσεις, κι από σεν' απάνου η Φήμη

το στερνό το σάλπισμά της θα σαλπίσει

σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση.

Κωστής Παλαμάς


Θα 'ρθει η ώρα


Πολιτεία αμαρτωλή,

μεθυσμένη και θολή,

θα 'ρθει η ώρα του κριτή

ύπουλη κι άμεμπτη.


Πολιτεία κολασμένη,

με τη βία δοξασμένη.

Ω! Τι μοίρα σε προσμένει!

Ποια άβυσσος σε περιμένει!


Πολιτεία με το μίσος ποτισμένη,

που πατάει τους λαούς κι ανεβαίνει·

όποιον λαό κι αν πάτησες σε βρίζει,

όποια γη κι αν έκαψες, κατάρες αναβρύζει!!!


Ω! Ρώμη καμαρωμένη,

αλαζονική και παινεμένη!

Μα στο τέλος, τίποτα

μα τίποτα δε μένει!


Ω, δαιμονισμένη!

Θα 'ρθει η μέρα

και μόνη σου θα πέσεις

στη φωτιά και θα καείς!


Ω, άθλια και τρισάθλια!

Θα 'ρθει η ώρα,

και μες στο λάκκο που 'σκαβες

για τους εχθρούς, θα βυθιστείς!




Ιωάννης Μποζίκης

Στων Παθών τη Λύσσα

(Αθήνα -2007)


Partout sur des autels j' entends mugir Apis,

Bêler le dieu d'Ammon, aboyer Anubis.

André Chénier


Αβραάμ, γιατί;


Γιατί τον αμνό, των αμνών σου,

το μονάκριβο γιο σου,

τον πολυαγαπημένο,

που δημιούργησες

με τόσα βάσανα και πόνο,

τον Ισαάκ, το αγγελούδι σου,

το γελαστό παιδί σου,

να το θυσιάσεις στο βωμό,

πήγες μέσα στην τρέλα σου;


Γιατί άνθρωπε,

τον έβαλες να σου κουβαλήσει

τα ξύλα του βωμού,

που ήθελες να σου κτίσει,

στην πλάτη του την τρυφερή,

ξυπόλητος, μέχρι ψηλά την κορυφή;

Γιατί πήγες να τον ξεγελάσεις,

αφού σκοπό είχες να τον θυσιάσεις

στον Γιαχβέ το μοναδικό Θεό σου,

που αγάπησες και πιο πολύ κι από το γιο σου;


Με ποια καρδιά

στον άθλιο βωμό τον κάθισες,

και τα χεράκια του τα δυο

χωρίς αντίσταση, τα έδεσες;

Και πώς άνθρωπε του Θεού,

τόλμησες κι άπλωσες το χέρι

κι έπιασες εκείνο το αμαρτωλό μαχαίρι,

ψηλά το σήκωσες

για να τον σφάξεις σαν κριάρι;


Κι Εσύ σ' αυτό τον αμνό

βρήκες να εκπληρώσεις τ' όραμά σου,

που μέχρι χθες έτρεχε

χαρωπά μες στην αυλή σου,

χαρούμενος χωνότανε

στη γερασμένη αγκαλιά σου;

Κι εφ' όσον είχες τόση αγάπη

στο μοναδικό Θεό σου,

γιατί κατ' εντολή Κυρίου, αντί το γιο σου,

δεν πρόσφερες ολοκαύτωμα τον εαυτό σου;

Έχεις τύχη βουνό Αβραάμ,

που άγγελος Κυρίου σε πρόσταξε

κι από ένα ανόητο θάνατο το γιο σου φύλαξε.

Κι αν είχες διάολε πράξει

αυτό που είχες στο μυαλό σου,

αντί ο εκλεκτός του Γιαχβέ του Θεού σου,

παιδοκτόνος, ναι παιδοκτόνος και μόνο

θα είχες παραμείνει στη μνήμη του λαού σου.




Ιωάννης Μποζίκης

Στων Παθών τη Λύσσα

(Αθήνα -2007)



«Μα πώς περπατάς επί των κυμάτων» ρώτησα.

«Έχασα το δρόμο» μου λέει.

Τάσος Λειβαδίτης



Κύριε Ημών Ιησού Χριστέ


Κύριε ημών Ιησού Χριστέ

σαν σηκωθείς από τη λήκυθο

μέσα απ' την τάφρο της σιωπής σου

κι εμφανιστείς ξένος από το χθες,

μια Κυριακή πρωί στη γη σου,

πολλά θα σου είναι ασύλληπτα,

πολλά παράδοξα καθώς και ανεξήγητα.


Κύριε Ημών Ιησού Χριστέ

η γη, που γνώρισες

εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια

ήδη έχει σβήσει μες στο φως

κι ολοταχώς βαδίζει στο χειμώνα.

Φιλοδοξίες, συμφέροντα κι εγκλήματα

είναι οι μοναδικές αξίες, που σαλεύουν

καθώς νωρίς, πολύ νωρίς ανέλαμψε η εσπέρα.

Η δε αγάπη, που άλλοτε έσπειρες με τη ζωή σου

σαν πούπουλο και αυτή εξανεμίστηκε

και χάθηκε βαθιά, μες στο πηχτό βαθύ της γης σου.


Ιησού μου, έλα κι εσύ να περπατήσεις

σαν στρατιώτης, ευγενικός και ωραίος,

σαν στρατιώτης λυπημένος,

χωρίς φόβο, αλλά και χωρίς ελπίδα

μέσα σ' αυτή την τάφρο αδιαφορίας,

που τριγυρίζει εμένα, Εσένα, τον καθένα μας.

Καθώς, αδιάβλητος κι ανεξίκακος

να παρακολουθήσεις ως ανήμπορος Θεός,

ως ανήμπορος θεατής

έτσι για να έχεις για λίγο ακόμη την αίσθηση,

πως ακόμη και στο τέλος κυριαρχείς,

πως ακόμη εποπτεύεις

την άθλια κι αθόρυβη κατάρρευση του ανθρώπου

στην αοριστία της τιμωρίας,

στην απεραντοσύνη του πουθενά.



Ιωάννης Μποζίκης

Στων Παθών τη Λύσσα

(Αθήνα -2007)




Στο Ντενής Γκεσμής, Τούρκο αγωνιστή

και αντικαθεστωτικό, που εκτελέστηκε

δια απαγχονισμού το 1971.



Και σε λέγανε Ντενής


Και σε είπαν τρομοκράτη

και σε βάφτισαν και δράστη

κι όμως είχες σαν και μένα

τα δυο μάτια πληγωμένα.


Οι αρχές σ' είχαν προδότη

κι οι σύντροφοι καταδότη.

Ήσουν όμως παλικάρι

και της λευτεριάς λιθάρι.


Και τραγούδια δε σου είπαν,

μα τα γιούχα δε σου λείπαν.

Ήσουν άδοξη ελπίδα,

άπατρις μες στην πατρίδα.


Και σε φωνάζανε Ντενής

κι ήσουν ο γήλιος της αυγής.

Και μου θύμιζες το ωραίο

ταξιδάκι στο Αιγαίο.


Σε πετάξαν στα Ζιντάνια

με τα ψεύτικα φιρμάνια

οι αδίσταχτοι εκείνοι,

οι δειλοί κι αρλεκίνοι.


Και σου δέσανε τα πόδια

και σου 'βαλαν ηλεκτρόδια

κ' έκραζες το μακελάρη

να σε πάρει, να σε πάρει.


Αψηφούσες τη ζωή σου

όταν γδέρναν το κορμί σου

κι εσύ μέτραγες το χρόνο,

που σε βγάζει από τον πόνο.


Και σε φωνάζανε Ντενής

κι ήσουν ο γήλιος της αυγής.

Και μου θύμιζες το ωραίο

ταξιδάκι στο Αιγαίο.


Και σε πήρανε μια μέρα

να σε πάνε πέρα, πέρα,

στης πατρίδας σου την άκρη

κι εγώ έλιωνα στο δάκρυ.


Και σε πήγαν στην κρεμάλα

πάνω στ' άλογο καβάλα.

Και περάσαν στο λαιμό σου

το στερνό το λυτρωμό σου.


Κι ο Χάρος ο μεγάλος,

ο αθάνατος, ο άλλος,

σε κοιτούσε με καμάρι

όταν έγινες κουφάρι.


Και στον ίσκιο της ημέρας,

γλυκοχάιδευ' ο αγέρας

το χρυσό χαμόγελό σου,

στο δροσάτο πρόσωπό σου.


Και σε φωνάζανε Ντενής

κι ήσουν ο γήλιος της αυγής.

Και μου θύμιζες το ωραίο

ταξιδάκι στο Αιγαίο.




Ιωάννης Μποζίκης

Στο Αίμα που Ξυπνάει -2006


Ω, άνθρωπε!

Εγώ ο ταπεινός κι ασήμαντος ποιητής,

σήμερα κι εν έτος 2004

σε λυτρώνω αιώνια απ' τους θεούς

κι από τους δαίμονες.


Δεν είναι κατόρθωμα


Λόγιε!

Δεν είναι κατόρθωμα σοφό

μόνο μια εφήμερη εκεχειρία να ποθείς.

Αυτό είναι σα να σταθείς σ' ένα σκαλί

να πάρεις λίγη ανάσα.

Κατόρθωμα θα ήταν

μέσα στα αίτιά της να βυθιστείς.

Κατόρθωμα θα ήταν να γίνεις εμπρηστής,

θεούς φυλετικούς

και δαίμονες Δαρβινικούς να κάψεις.

Κατόρθωμα θα ήταν

κι εσύ θεός να γίνεις.

Κι ως νεότερος εκ των θεών

μια νέα μήτρα να χαράξεις

και μέσα από αυτή

το ον το ειρηνικό

το τέλειο και το ζηλευτό να φτιάξεις.




Ιωάννης Μποζίκης

Στων Παθών τη Λύσσα

(Αθήνα -2007)


Διαβήκαμε Μαζί


Διαβήκαμε μαζί

κατ' από το βάρος των θεών

σαν τα πουλιά πεισματωμένοι

και κατάπιαμε τις χαρές,

και τη χρυσόσκονη

μιας αλογάριαστης στιγμής

από ετούτο εδώ τον κόσμο.


Διαβήκαμε μαζί

σαν μια σταγόνα υποταγής

ρημαγμένοι από τον έρωτα

κι απ' τη λαχτάρα του χαδιού

μέσα σε δίσεκτη εποχή,

με την καρδιά τυφλή

να φθείρεται κι αυτή

στις αιχμηρές γωνιές του πόνου.


Διαβήκαμε μαζί

σαν τη χαρά του θέρους,

ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο,

σαν χρυσαχτίδα ύστατη,

πίσω απ' τα χρόνια που αστοχήσαμε

αλλά και που προσπεράσαμε

ποδοπατώντας τα

κάτω από την ανοιξιάτικη πνοή μας.


Διαβήκαμε μαζί

μέσα από τη μυριόχρωμη άμμο

με δάκρυα εσωστρεφή,

καταμεσής του χρόνου

που πίσω δεν γυρνάει.

Λιποτακτήσαμε από το σήμερα

για να βυθιστούμε στο αύριο,

που μας βασανίζει

και μας πετσοκόβει,

δίχως να ξέρουμε ποτέ

τι περιμένουμε.


Διαβήκαμε μαζί

μέσα απ' όσα ήρθαν

και δεν ήρθαν,

μέσα από τ' όνειρα

και τις επιθυμίες μας

σαν της χαράς τα χελιδόνια,

με μια ανάμνηση,

που έρχεται σαν σύννεφο

και λεηλατεί ακόμα και το μούχρωμα

της τελευταίας μας ικμάδας,

της τελευταίας μας σπατάλης της ζωής.



Ιωάννης Μποζίκης

Ο Μεγάλος Άνεμος - 2005



Και με ρώτησαν « τι δυνατότητα έχεις Ιωάννη ή καλυτέρα ποιό το δυνατό σου σημείο ».

Τους απάντησα απλά και λακωνικά « να δημιουργώ και δια της απρόβλεπτης δημιουργίας μου να εκπλήζω ».


Ανερμήνευτη υπνοβασία


Σκοτεινή κι αυτή η νύχτα με πράγματα αιώνια, σκοτεινά,

με πράγματα ακίνητα του καλού καιρού.

Γκρίζες αναμνήσεις ανερμήνευτες

σαν τ' άστρα,

σαν το ατέλειωτο φθινόπωρο,

που ξεδιαλύνεται σ' έναν ύπνο από χιόνι,

πρόλογος της ματαιότητας,

των ξεχασμένων προσδοκιών

καθώς δοξολογούν την εποποιία μιας αιώνιας μοναξιάς.


Σκοτεινή κι αυτή η νύχτα

όταν ψάχνεις απεγνωσμένα

ονειροπολώντας μέσα σ' εκείνο το όνειρο,

που κανείς δεν το βλέπει.

Όταν διαβάζεις μέσα σ' εκείνα

τα σκοτεινά ποιήματα

τις έννοιες του νου,

αφουγκράζεσαι τη σιωπή,

το άδειο, το θάνατο,

που κανείς δεν καταλαβαίνει.


Σκοτεινή κι αυτή η νύχτα

όταν ανακαλύπτεις

τις τρεις όψεις του νομίσματος.

Με την πεποίθηση ότι η τρίτη όψη

είναι αυτή, που βλέπεις μονάχα εσύ,

η όψη του ποιητή,

το ακατανόητο του κόσμου,

που γίνεται σκόνη

καθώς πήζει το σκοτάδι

για να κρύψει τα μυστικά

της μεγάλης μοναξιάς

μέσα στη μαύρη λήθη.




Ιωάννης Μποζίκης

Ο Μεγάλος Άνεμος - 2005


Δίχως έρωτα


Δίχως έρωτα και πάλι,

αφήσαμε στον ψίθυρο της νύχτας

τα κορμιά μας.

Αποσπαστήκαμε

χωρίς να εξαντλήσουμε

το όνειρο που ενστερνιστήκαμε.

Και σαλπάραμε

στις αρπαγές της καθημερινότητας,

για να σωπάσουμε σαν τις πέτρες,

εμείς οι ζωντανοί της ζωής,

εμείς που δεν έχουμε άλλη ζωή,

που δεν έχουμε άλλη ευκαιρία αιωνιότητας.



Ιωάννης Μποζίκης

Ο Μεγάλος Άνεμος - 2005


Ρόδο των στεναγμών μου


Ρόδο της μέρας μου,

ολάνοιχτο στο φως μου,

ολάνοιχτο στον ήλιο μου.

Άνθος, λουσμένο από το φως μου,

λουσμένο από τον ήλιο μου.


Ρόδο του αγέρα μου,

ολόρθο μες στον Βοριά μου,

ολόρθο μέσα στο Νότο μου.

Άνθος, μωρό νανουρισμένο του Βοριά μου,

μωρό βρεγμένο από το Νότο μου.


Ρόδο της νύχτας μου,

ολάνθιστο στο σκότος μου,

ολάνθιστο στην ησυχία μου.

Άνθος χάσμα αστραφτερό μέσα στο σκότος μου,

χάσμα αστραφτερό μέσα στην ησυχία μου.


Ρόδο του σκοτεινού μου νου,

ακράνοιχτο στο εντός μου,

ακράνοιχτο μες στην ψυχή μου.

Άνθος, πίσσα ολόμαυρο μέσα στο εντός μου,

πίσσα ολόμαυρο μες στην ψυχή μου.


Ρόδο του αίματός μου,

ολόπυκνο στα σπλάχνα μου,

ολόπυκνο στις φουσκωμένες φλέβες μου.

Άνθος, που ρέει ως χείμαρρος στα σπλάχνα μου,

που ρέει ως χείμαρρος, στις φουσκωμένες φλέβες μου.


Ρόδο της μοίρας μου,

ολόμπροστα στο δρόμο μου,

ολόμπροστα στα χείλη μου.

Άνθος, πλεγμένο μες στο δρόμο μου,

πλεγμένο μες στα χείλη μου.


Ρόδο του άπλετου βυθού μου,

ολόαφρο στο πέλαγός μου

ολόαφρο στο κύμα μου.

Άνθος, ασάλευτο μέσα στο πέλαγός μου,

ασάλευτο μέσα στο κύμα μου.


Ρόδο του διψασμένου πόθου μου,

ολόγλυφο στα μάτια μου,

ολόγλυφο στις φούχτες μου.

Άνθος, γεμάτο θρύψαλα μπροστά στα μάτια μου,

γεμάτο θρύψαλα μέσα στις φούχτες μου.




Ιωάννης Μποζίκης

Ο Μεγάλος Άνεμος - 2005









Χαλύβδινη εξουσία


Σ' αυτή τη μοναξιά

με τις μεγάλες στέρνες του μηδέν

όπου κανένα φως

δε φωτίζει τη βαθιά νύχτα

και καμιά ελπίδα δε βλασταίνει

στις μαύρες επαναλαμβανόμενες

σελίδες της ιστορίας,

ακμάζει δυστυχώς

μόνο η πανίσχυρη κυκλώπεια εξουσία του τίποτα.

Τυλιγμένη όπως πάντα

μέσα στο ματωμένο, από των αθώων αίμα,

σεντόνι του χρόνου,

κρατάει σφικτά μες στα αμαρτωλά χέρια της

το ανελέητο μαστίγιο της ντροπής

κι επίμονα αυνανίζεται

μπροστά στο ξέφρενο

και αχερούσιο φτερούγισμα των Ερινυών

και στους κολασμένους αλαλαγμούς

των διψασμένων Λαιστρυγόνων.




Ιωάννης Μποζίκης

Στο Μάτι του Θανάτου - 2016


Σαν να μην είμαι


Δεν ξέρω, απόψε που νύχτωσε, νιώθω την ανάγκη

ν' ακούσω ολοκάθαρη την σιωπή μου,

ήρεμη, ανεξήγητη, ασύλληπτη και μυθική.


Απόψε που νύχτωσε θέλω να ταξιδέψω

όπως σ' ένα παλιό βιβλίο

σαν να μην βλέπω στο σκοτάδι,

σαν να μην βλέπω γύρω μου,

σαν να μην βλέπω μέσα στην ψυχή μου.


Απόψε που νύχτωσε,

θέλω να ταξιδέψω μέσα στην ησυχία μου,

χωρίς ν' ακούω την ανάσα της σιωπής μου,

χωρίς να τριγυρνώ μέσα στο άπειρο του νου μου,

έτσι κενός, θολός, αφυγάδευτος και ανεπηρέαστος.

Σαν να μην είμαι, σαν να μην υπάρχω,

ούτε γι' αυτούς, ούτε γι' εκείνους,

αλλά ούτε και για μένα,

ουδέτερος, αμετάβλητος, μεταφυσικός.




Ιωάννης Μποζίκης

Ο Μεγάλος Άνεμος - 2005


Δροσοτράγουδο 


(μεσήλικο)


Στης αλήθειας το χρώμα

ξαναζωντάνεψα

και άπλωσα τις φτερούγες του έρωτα,

στις φωτεινές βραδιές του κόσμου.

Έκλεψα το διάχυτο φως,

από το ξύπνημα του ονείρου.

Κι ανυποψίαστος προσπερνώ,

τις ξεθυμασμένες σκιές του παρελθόντος

για να αρπάξω την αχνή ελπίδα,

που κρέμεται στον ορίζοντα.

Αλητεύω στην αγκαλιά του μεσονυχτίου

και στα ξαπλωτά αισθήματα

μιας τρυφερής κι ανήσυχης εφηβείας.

Στο φύσημα τ' ανέμου δραπετεύω

και χάνομαι στην υποδιαίρεση του χρόνου.

Συνθλίβομαι στον πυθμένα του βυθού

για να αναγεννηθώ εκ της τέφρας μου

μες στα δροσοτράγουδα

μιας ροδόπλεκτης μεσήλικης αυγής.



Ιωάννης Μποζίκης

Στο Μάτι του Θανάτου - 2016




Στη χάση της πηγής


Κι όμως βλέπεις,

έχω διασχίσει αμέτρητα χιλιόμετρα,

περίεργες διαδρομές,

λαβύρινθους, σπήλαια κι υπόγειες λίμνες.

Κυλίστηκα στην άμμο και στα χαλίκια,

στα βράχια και στα βότσαλα.

Ταξίδεψα βαθιά στις φλέβες της γης,

γνώρισα τη χάρη της πέτρας πάνω στους καταρράχτες

και δρόσισα τις ρίζες της ιτιάς και της συκιάς.

Έφτασα επιτέλους στα χείλη σου,

καθάριο, παγωμένο, κρυστάλλινο.

Εσύ δροσίστηκες στο πρώτο άγγιγμά μου.

Άκουσα το χτύπο της καρδιάς σου

και τη λαχανιασμένη ανάσα σου

και γίναμε ένα.

Έπειτα χάθηκε ο ήλιος,

έπεσε η γαλήνη

και το βράδυ έφτασε χλωμό

και σύρθηκα σαν σερπετό

και σύρθηκα και πάλι στο σκοτάδι.





Ιωάννης Μποζίκης

Ο Μεγάλος Άνεμος - 2005




Προσευχές χελιδονιών


Τα πουλιά πια δεν ακούν

το ζήλο των λίθων,

τον ύπνο της γης

και τον παλμό της ψυχής.

Υψώνουν μια προσευχή

στα μουσικά σύννεφα

και έπειτα χύνουν

τα όξυνα δάκρυά τους

στα γονατισμένα χορτάρια,

που διηγούνται στις ρίζες

τα μυστικά των θεών.




Δίχως αίτια


Τα σχοινοβατικά πουλιά

της λεγεώνας των ουρανών

ψηλαφίζουν τ' αποσπάσματα των αστεριών

μέσα σε μια σταγόνα νερού

που διαβρέχει ένα φύλλο

δειλό και φοβισμένο.



Ιωάννης Μποζίκης

Ο Μεγάλος Άνεμος - 2005




Εσύ


Εσύ, μια νυχτερινή επινόηση,

που γοητεύεσαι στο σχήμα του έρωτα.

Πήρες το γήινό σου σώμα

και το σφυγμό της γης.

Στα μάτια σου θρονιάζεται

τ' αγνάντεμα του φεγγαριού.

Τα δάκτυλά σου, ρυάκια ελαφριά

πάλλονται στις χλοερές βουνοκορφές

και στους χνουδωτούς όρμους της αμαρτίας,

όπου εκεί γεύεσαι ακυβέρνητη,

τις ανεξάντλητες ηδονές.

Η φωνή σου ένας ψίθυρος στη νύχτα,

κορυφώνεται σαν ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί

με μια επίγεια κραυγή γαλήνης,

που ακούγεται μακριά, σε μια θάλασσα ανοιχτή.

Το χαμόγελό σου ένθετο πάθος και πληρωμή

μιας έφηβης, που νιώθει τα νιάτα της,

που γίνεται γυναίκα, στολίζει τη ζωή

και αχρηστεύει το θάνατο.




Ιωάννης Μποζίκης

Ο Μεγάλος Άνεμος - 2005


Δίπλα σου


Δίπλα σου, στο πλευρό σου,

είμαι το δροσερό μεσημέρι,

το πελώριο διάστημα που χωρά τα πάντα,

ο νυχτερινός φλοίσβος

που χαϊδεύει τη νιότη σου,

που γυμνώνει τα πιο απόκρυφα αμαρτήματά σου.

Δίπλα σου, είμαι ένας οριζόντιος κάμπος λουλουδιών

που γίνεται σεντόνι

στις απέλπιδες χειρονομίες σου,

που γίνεται γυμνό κορμί

στη μεθυσμένη τρυφερότητά σου.




Ιωάννης Μποζίκης

Ο Μεγάλος Άνεμος - 2005

Στη Μάρθα


Να 'μαι λοιπόν


Να 'μαι λοιπόν εδώ δίπλα σου,

απέναντι στην Ανατολή

διάφανη, διάχυτη, δυνατή.


Να 'μαι λοιπόν δίπλα σου,

απέναντι στο Αιγαίο

γαλάζιο, αόριστο, αινιγματικό.


Να 'μαι λοιπόν δίπλα σου,

απέναντι στην απεραντοσύνη σου

ασάλευτος, αμήχανος, παραδομένος.


Κι οι πρώτες ηλιαχτίδες

ήδη διαπέρασαν τις καλαμωτές,

επίμονες, φωτεινές, λεπτές

όπως το βλέμμα σου διαπεραστικό,

γαλήνιο, ανεμπόδιστο, ατελείωτο.


Να 'μαι λοιπόν ένα πρωινό δίπλα σου,

υπάκουος στη ζωή,

στο χρόνο, στο πεπρωμένο,

ιππότης στο χείλος της μοναξιάς,

ιππότης ηττημένος στο Κάστρο της Μονεμβασιάς.




Ιωάννης Μποζίκης

Ο Μεγάλος Άνεμος - 2005


Προς τι λοιπόν


Προς τι λοιπόν,

τόσο κυνήγι,

τόσα όνειρα κι επιθυμίες;

Ιδού το βούλιαγμα

όλο πιο σκοτεινό και πιο βαθύ,

αχτένιστη δε η ψυχή

με άφθονες θυσίες.


Προς τι λοιπόν,

τόσα πλούτη, τόσοι φθόνοι,

τόση δόξα κι αυθαιρεσία;

Μάταια είναι όλα

δίχως σκοπό, διάρκεια

νόημα κι ουσία.


Προς τι λοιπόν,

το Άργος, η Θήβα,

η Κόρινθος, η Σπάρτη

αλλά κι η ένδοξη Αθήνα;

Τώρα μέσα στα γκρεμισμένα ερείπια

τσουκνίδες και μολόχες βλέπεις να φυτρώνουνε

κι ερπετά να λιάζονται

και να πεθαίνουν από τη δίψα.


Προς τι λοιπόν,

τόσες κραυγές, τόσους εχθρούς,

τόσους πολέμους, που δε φτιάχνουν τη ζωή μας;

Θα 'ρθει μια μέρα, που όλοι στην αφάνεια θα επιστρέψουμε

και τότε, μόνο ο θάνατος θα είναι ολότελα αληθινός

και πιο αληθινός κι από τον εαυτό μας.




Ιωάννης Μποζίκης

Ο Μεγάλος Άνεμος - 2005


Τι κέρδισαν;


Τι κέρδισαν Θεέ μου;

Τι έμεινε από τα κατορθώματά τους;

Μόνο σπασμένα μάρμαρα απέμειναν,

που θάφτηκαν κι αυτά βαθιά μαζί με τα όνειρά τους.


Tι κέρδισαν εκείνοι οι τρεις,

ο Μεγαλέξανδρος, ο Ιούλιος Καίσαρας κι ο Καρλομάγνος;

Αλλά κι εκείνοι οι πανίσχυροι ιππείς,

Αττίλας, Τζέγκινς Χαν και Ταμερλάνος;


Τι κέρδισε κι ο Κροίσος ο Λύδιος,

με τ' αχόρταγα και γουρλωτά του μάτια;

Που θάφτηκαν κι εξανεμίστηκαν

τα πλούτη του και τα περίφημά του τα παλάτια;


Τίποτα, μα τίποτα δεν απέμεινε,

από αυτά, που βάρυνε κι έπνιγε ο τρόμος και ο φόβος;

Μόνο μια ατέρμονη τάφρος σιγής απέμεινε,

τώρα, που πέρασε και έφυγε ο χρόνος.





Ιωάννης Μποζίκης

Ο Μεγάλος Άνεμος - 2005


Τι περιμένουμε λοιπόν


Τι περιμένουμε λοιπόν στη μέση της ζωής,

αφού η θλίψη και μόνο η θλίψη μας έχει κυριεύσει.

Τι σημασία έχει λοιπόν η επιτυχία

ή και ακόμη η αποτυχία;

Έννοιες ακατανόητες, ολόγυμνες και αντίθετες,

σ' έναν κόσμο άδειο από κάθε έννοια ζωής,

άδειο, από κάθε έννοια θανάτου.


Τι περιμένουμε λοιπόν σε μια γη,

τόσο αφημένη, τόσο δοσμένη, τόσο αφηρημένη!

Από έναν ήλιο, που 'χει πεισμώσει κι αρνείται ν' ανατείλει.

Ποια σημασία έχει, το «εμείς ας ζούμε καλύτερα»

σε μια κοινωνία που αργά - αργά στην άβυσσο κατρακυλά;


Τι περιμένουμε λοιπόν στο πέρασμα του χρόνου;

Αλήθεια πόσες και πόσες επαναστάσεις θα δούμε ακόμη!

Κέρδισες και πάλι οχλοκρατία,

ναι κέρδισες, χωρίς νίκη, αλλά και χωρίς μάχη,

θεότυφλη, καθηλωμένη στην τυφλότητά σου

και μ' όλα τα στολίδιά σου και μ' όλες τις πανοπλίες σου,

σάπιες, σκουριασμένες.


Τώρα τι σημασία έχει πια ο θάνατος,

που πλέει στις ζωές μας,

αφού μάθαμε να γερνάμε χωρίς αντίσταση,

μάθαμε να γερνάμε χωρίς περηφάνια.



Ιωάννης Μποζίκης

Ο Μεγάλος Άνεμος - 2005




Ο Συμπαντοβγάλτης


Μες στο σκοτάδι τον συνέλαβαν

κι αμέσως του περάσανε τις χειροπέδες.

Λένε, πως αυτός δολοφόνησε τον Ήλιο

και έφερε το απόλυτο σκοτάδι πάνω στη γη.

Έκτοτε δεν τον είδαμε καθόλου ...

Όχι το δολοφόνο βεβαίως!!!

Τον Ήλιο ήθελα να πω ...

Πολύ αδρά, μες στο σκοτάδι

διακρινόταν ένα γυαλιστερό μαχαίρι

καρφωμένο καταμεσής του πάλαι ποτέ Ήλιου.

Εκείνον όμως τον είδαμε ...

Τον είδαμε αρκετές φορές θα έλεγα ...

Τον είδαμε να τσεκουρώνει,

τη φωτεινή πλευρά του φεγγαριού!...

Τον είδαμε να ποδοπατάει

με τις ατσαλένιες αρβύλες του

ένα σμήνος αστεριών!...

Τον είδαμε να καταβροχθίζει

γαλαξίες, νεφελώματα και μαύρες οπές!...

Και τελευταία να σφίγγει με μίσος

μέσα στα σιδερένια δόντια του

την πιο απόμακρη ελπίδα της ζωής.



Ιωάννης Μποζίκης

Στο Μάτι του Θανάτου - 2016




Νεκροταφείο του Χρόνου


Εσένα δοξάζω πάνσεπτε ουρανέ

αφού πρόλαβα και έζησα

τις τόσες και τόσες χιλιετηρίδες,

τους ατέλειωτους πενήντα έξι χειμώνες της μοναξιάς,

μέσα στις τέφρες και τις σκόνες,

με κεραυνούς, πίκρες και πόνους.

Τώρα, κατάσαρκα πατημένος σαν σκουλήκι

μπορώ πια να ξαπλώσω

στην κόκκινη αιωνιότητα της παπαρούνας

και να βυθιστώ στην ολόλευκη αγνότητα των αγριόκρινων.

Ηττημένος δε της προϊστορίας

ακόμα περπατάω μέσα στη νύχτα για μια έξοδο

και δεν ξέρω, τι να πω

στο αδελφικό λευκό περιστέρι,

που με κρατάει τόσο δυνατά και σφικτά από το χέρι

και συνοδεύει στην αιθέρια διαδρομή μου

τον πόνο των δακρύων μου.

Πώς αλλιώς να του φωνάξω

και να του ζητήσω τη βοήθειά του,

αφού κι αυτό το αλώβητο πτερωτό

σύρει το χορό του θανάτου, δεν ακούει,

σαρκάζει την γενναιότητα του πεπρωμένου,

και με την αγγελική οπλή της αλαζονείας του

είναι πάντα έτοιμο να μπήξει

το φονικό μαχαίρι της αδελφοσύνης

στην κρινόλευκη καρδιά μου.

Σε τούτο το νεκροταφείο του χρόνου,

δυστυχώς περπατάω, περπατάω,

κυλιέμαι στους μεγάλους κατατρεγμούς

και η ζωή μου δεν έχει έξοδο.



Ιωάννης Μποζίκης

Στο Μάτι του Θανάτου - 2016




Ώρες - ώρες


Ώρες - ώρες κάθομαι και σκέφτομαι,

κοιτάζοντας τον ανήσυχο εαυτό μου,

εύθραυστο, γυάλινο και άοπλο,

κυκλωμένο από έναν ανόητο κόσμο,

αδάκρυτο, γυμνό και πετρωμένο.


Ώρες - ώρες σαν ήσυχος νεκρός,

με μάτια κλεισμένα και σιβυλλικά,

ονειρεύομαι εμένα τον ίδιο,

στο χείλος του γκρεμού,

στο διάφανο βάθος του πεπρωμένου μου.


Ώρες - ώρες με ψιθύρους μικρούς,

σαν μια ανάλαφρη μουσική,

έναν απόηχο που δραπετεύει,

αμίλητος, διακριτικός, αόρατος,

απλώνομαι στην απεραντοσύνη του νου μου,

στερνά χάνουμε στ' αδιάβατα

της ανθρώπινης γύμνιας.




Ιωάννης Μποζίκης

Ο Μεγάλος Άνεμος - 2005








Μια στάλα ζωής


Κι όμως το ξέρω, πως στο χώμα

γυαλίζουν οι πέτρες,

γυαλίζουν τα φύλλα.

Υπάρχει μια δίψα,

πιο σκληρή κι απ' τα κοχύλια.

Υπάρχει μια σιωπή,

που βαραίνει στο πουθενά.

Ένα βάρος ελαφρύ,

που κρατιέται από τις ρίζες.

Μια παράξενη ησυχία,

που χάνεται στο μαλακό χορτάρι.

Μια στάλα ζωής,

που βυθίζεται σ' έναν ύπνο,

σ' έναν κόσμο που σκοτεινιάζει.



Ιωάννης Μποζίκης

Ο Μεγάλος Άνεμος - 2005




Μ' αγκυλωμένα δάκρυα


Δάκρυα απόμακρα,

αφράτης αγνότητας,

που στάζουνε

σ' ένα λευκό χαρτί,

ανάγλυφο ονείρου.


Δάκρυα,

θρυμματισμένα πέταλα,

που βγαίνουν

μέσα απ' ένα παλιό κήπο

ορατού κόσμου,

που δε μεγάλωσαν ποτέ,

που δε γέρασαν

μαζί με την αρρωστημένη απόλαυση

της σάρκας μας,

μαζί με τ' αβυσσαλέα όργια

του παραλόγου μας.


Δάκρυα ασυγκράτητα

κινούμενα από γωνιά σε γωνιά,

μέσα στο παιδικό χαμόγελο,

ανάμεσα σε φίλους,

συμμαθητές που κάναμε παρέα.

Ρεμβαστικά σαν τα ψηλά βουνά,

που εκμυστηρεύουν

στο πρώτο φύσημα του ζέφυρου

το θρόισμα της άνοιξης.


Δάκρυα ανακούφισης,

που έρχονται στιγμιαία

από την άλλη άκρη

και πέφτουν στο μαξιλάρι

του παλιωμένου κρεβατιού,

προσκέφαλο στους άδειους διαδρόμους,

όπου σταματάει ο χρόνος,

αγκυλωμένα στο ίδιο σημείο,

στο ίδιο διηνεκές εφηβικό παράθυρο.




Ιωάννης Μποζίκης

Στο Μάτι του Θανάτου - 2016





Ναι, κάποτε...


Ναι, κάποτε θα ξαναγυρίσει η ζωή

με το ανέσπερό της φως

τυλιγμένο στο γαλάζιο,

με τη φτασμένη της λύρα

να γλιστρά στις ουράνιες μελωδίες

των παραμυθιών.

Θα είναι τόσο αιθέρια

και θα ντύνεται το ίδιο πάντα γέλιο

στο άσκοπο νέο ταξίδι μου,

το αιώνιο, ανεξήγητο και αινιγματικό

και θα μ' οδηγεί άθελά μου

στη βεβαιότητα του ακριμάτιστου τίποτα.




Ιωάννης Μποζίκης

Στο Μάτι του Θανάτου - 2016







Προσευχή - Λίγο φως


Θεέ μου, δωσ' μου λίγη δύναμη,

ν' αντέξω της καρδιάς μου τη σιωπή.

Δε ζητιανεύω τίποτα.

Παρά μόνο λίγο φως,

που χρειάζομαι στα κατάβαθα της ψυχής μου,

για να διακρίνω το καλό απ' το κακό,

το όμορφο από το άσχημο,

το αγνό από το πρόστυχο,

το ψεύτικο από το αληθινό.

Λίγο φως για να μη λοξοδρομήσω

στα εύκολα μονοπάτια,

που με πάνε παντού και πουθενά.

Λίγο φως για να μπορώ να κλείνω

τ' αυτιά μου στις φωνές

και στις δηλητηριασμένες γλώσσες τους.

Λίγο φως για να φωτίσω τα βήματά μου,

πάνω στους λασπωμένους από χλεύη δρόμους.

Λίγο φως για να καταφέρω,

έστω και με κόπο

να περάσω του Κρανίου το Λόφο, άφθαρτος.

Λίγο φως για να μπορέσω έστω και με τη βοήθειά σου,

να τραντάζω τα σκουριασμένα πόμολα της κλειστής πόρτας

του ερειπωμένου ιερού ναού της ευδαιμονίας.

Ζητιανεύοντας κι αναζητώντας αυτό το λίγο φως,

για να εξουσιάσω το πνεύμα

και ν' ανοίξω άπειρους δρόμους

που δεν τόλμησαν άλλοι.

Γράφοντας τη δική μου μοναδική ιστορία,

αφήνοντας σαν το ναό του Παρθενώνα,

τα δικά μου μάρμαρα

κτίζοντας το δικό μου ναό της ευδαιμονίας,

όπου θα μπορώ κι εγώ σαν λιοντάρι ξαναμμένο

να σταθώ Όρθιος Άνθρωπος,

στο ιερό καθήκον της αρετής,

Όρθιος Άνθρωπος

σε κάθε πάθος νικητής.



Ιωάννης Μποζίκης

Ο Μεγάλος Άνεμος - 2005