Όταν εγώ, με πείσμα, πάλευα θηρία και δαίμονες, εσείς στεκόσασταν μακριά και παρακολουθούσατε. 

Θέατρο - theater

Ο Γερο-Γιώργης

    Θεατρικό δράμα σε τέσσερις εικόνες -  Έκδοση 2008

του Ιωάννη Μποζίκη


ΣΑΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Είμαστε στα τέλη του 19ου μ. Χ. αιώνa, όταν η κουλτούρα της γης με κάθε μέσο υπεράσπισης κυριαρχεί στον οικισμό Μυστρακίου του Δήμου Κολλωνίδων Πυλίας, (του σημερινού Δήμου Κορώνης Μεσσηνίας). Ένα έγκλημα έρχεται να συγκλονίσει και να διαταράξει την κοινή γνώμη της φιλήσυχης αυτής κοινωνίας. Πράγματι, αυτό το φαινόμενο, δε συμβαίνει κάθε μέρα. Πολλές φορές δύσκολα μπορεί να καταλάβει κανείς, πώς ένας φιλήσυχος άνθρωπος, που επιδέχεται μια γειτονική εισβολή, μπορεί να φτάσει στο σημείο να πυροβολεί, για να υπερασπιστεί τις λίγες σπιθαμές γης που καλλιεργεί. Θα πρέπει ίσως να αναρωτηθούμε σοβαρά, εάν δεν έχουμε να κάνουμε με μια κακή στιγμή, στην κατά τα άλλα ήρεμη ζωή της πάλαι ποτέ αγνής ελλαδικής επαρχίας.

Πολύ συχνά στους αγροτικούς πληθυσμούς, ακόμα και σήμερα, έχουμε ένα τραγικό αποτέλεσμα με αφετηρία το πέρασμα ενός κοπαδιού από λάθος σημείο και αυτό, για λίγα μέτρα γης. Όμως, στα πλαίσια της κουλτούρας μιας μικρής κοινωνίας της επαρχίας, το ζήτημα της υπεράσπισης της ιδιοκτησίας, όπως και η έννοια της τιμής, ανέκαθεν, είχαν τελείως διαφορετικές ερμηνείες, που ενδεχομένως, έδιναν άνθρωποι των πόλεων. Στην εποχή εκείνη, υπήρχαν κώδικες, όρια, μπροστά στα οποία, δεν μπορούσες να υποχωρήσεις. Η αμφισβήτηση της ιδιοκτησίας τους, άρα του προσωπικού τους κύρους και η τιμή τους, δεν επιδέχονταν απαξίωση. Αυτό το φαινόμενο, λόγω της παιδείας και της μόρφωσης, παραμένει ακόμα ζωντανό σε αυτούς τους χώρους, μέχρι των ημερών μας.

Είναι προφανές, ότι αυτά τα εγκλήματα, πηγάζουν από έναν αναλλοίωτο κώδικα αξιών, σύμφωνα με τον οποίο, η προστασία της γης, του ζωτικού χώρου, αποτελεί δικαίωμα και δικαιολογεί την αυτοδικία, ακόμα και με βία, απέναντι σε οποιονδήποτε την απειλεί ή την παραβιάζει. Είναι, θα λέγαμε, μια αντίληψη «παλληκαρισμού», που πολλές φορές, μαζί με την εγωκεντρική ατομική συμπεριφορά, εξακολουθεί να ισχύει στις ερμητικά κλειστές

κοινωνίες. Η καταπίεση δε, που ασκεί η μικρή κοινωνία μιας επαρχιακής πόλης, μπορεί να έχει καταλυτικό ρόλο, διότι η κάθε κοινωνία, έχει τους δικούς της νόμους, κανόνες και αξίες, στις οποίες οφείλεις να προσαρμοστείς, εάν πράγματι θέλεις να επιβιώσεις μέσα σε αυτή. Σε αυτές τις κοινωνίες, ο καθένας προσπαθεί να δείξει, κατά το μέτρο του δυνατού, την καταξίωσή του, βάσει των δυνατοτήτων που έχει.

Γενικά, σε τέτοιους πληθυσμούς, οι μηχανισμοί πρόληψης, διαφύλαξης ή και αστυνόμευσης, είναι σχεδόν ανύπαρκτοι. Αυτό, έχει ως αποτέλεσμα, οι ίδιες οι κοινωνίες να λύνουν τις όσες διαφορές έχουν, αντιδικώντας. Πολλές φορές, ως απλοί άνθρωποι, αναρωτιόμαστε, εάν έχουμε το δικαίωμα να αντιδικούμε, εκεί που ασθενεί ή απουσιάζει το κράτος, εάν η παράλογη κι η ανεξέλεγκτη οπλοφορία είναι αυτή, που κάνει συχνά, ακόμα πιο τραγικές τις περιπτώσεις, εάν ο δήθεν «παλληκαρισμός» είναι μέτρο δίκαιο ή απόλυτο αυτοδικίας. Τότε, τι πρέπει να κάνει ένας άνθρωπος που δεν έχει το ανάστημα (φυσικό και ψυχικό) του «παλληκαρισμού» ή που δεν έχει στην κατοχή του όπλο για να προστατευτεί ή που δεν έχει, πολύ απλά, τις δυνάμεις ή και το θάρρος να αντισταθεί, αλλά έχει με το μέρος του το απόλυτο δίκιο;

Όπως βλέπετε, πολλά είναι τα ερωτήματα, που τίθoνται γύρω από αυτό το θέμα. Ίσως, ο γερο-Γιώργης, μέσα από το δράμα του, να μας δώσει κάποιες εξηγήσεις, για να συνειδητοποιήσουμε το μέγεθος αυτής της ανθρώπινης τραγωδίας, που διαιωνίζεται μέχρι και των ημερών μας, στις μικρές τοπικές κοινωνίες.


Εικόνα τέταρτη


Στα Παλιοχώρια, σ' ένα χωράφι, δίπλα στο Μυστράκι, την επομένη το πρωί. Αριστερά της σκηνής, κάτω από ένα δέντρο, είναι τοποθετημένο το πτώμα του Μανιάτη. Δίπλα στο πτώμα και σωριασμένη στο έδαφος, στέκεται η Γρηγορού. Λίγο πιο πέρα, στέκονται ο άντρας και τα δύο ξαδέλφια της. Η Γρηγορού βρίσκεται σε άθλια κατάσταση, που εμπνέει λύπη. Στο πίσω μέρος παίρνει θέση ο χορός.


Γρηγορού:

Ω, εσύ ακριβέ, μέσα στους ακριβούς!

Ξάδερφε, που σε κουβάλησα από τη Μάνη!!

Με θάνατο σε καρατόμησαν,

η οργή θεού κι η δική μου πλάνη!

Το πένθος μου είναι απροσμέτρητο

στην πονεμένη την ψυχή μου!

Τώρα παθήματα θα συγκερνώ

στο πέρας της ζωής μου!

Οϊμέ! Μα είναι ολοφάνερο,

κανείς αυτό δεν τ' αμφιβάλλει!

Για χάρη μου σκοτώθηκες

στη χτεσινή σου πάλη!

Τώρα, μόνο βουβή σου παραστέκομαι

σ' αυτή τη νεκρική την ώρα,

επάνω από το πτώμα σου,

εγώ, η άθλια μαυροφόρα!

Χάρε, ποιον πήγες και σαΐτεψες,

ένα θεριό της Μάνης;

Έναν λεβέντη ξακουστό,

πήγες, σαν θεριστής, να τον ξεκάνεις;

Χάρε, που δε λυπήθηκες,

εύχομαι να το μετανιώσεις!

Μ' έναν Μεσσήνιο συνεργάστηκες

για να μ' αποστομώσεις!

(Απευθύνεται στα ξαδέλφια της.)

Κι εσείς, δε λέτε τίποτα;

Τίποτα δε μιλάτε;

Δεν είναι και ξαδέρφι σας,

εσείς, δεν τον λυπάστε;

Αλί, αφήσατε το Γιώργη κι έφυγε

κι όλα εδώ τα παραλένε!

Δέστε πως σέρνεται το βήμα μου

και πως οι συμφορές με καίνε!!


Γρηγόρης:

Και τι θες Δημητρώ;

Να παν να σκοτωθούν για σένα;

Δεν το καταλαβαίνεις, συ, τρελή,

ότι δεν έχουνε ακούμπημα κανένα!!

(Στο βάθος ακούγονται τουφεκιές.)

Ακούω τα όπλα που κροτούν!!

Ως φαίνεται, πολύ νωρίς

εφτάσανε από το Γρίζι!

Σε λίγο θε να 'ρθουν εδώ

κι όλη η γη από τα θέμελα θα τρίζει!!

Εσύ έφταιγες Δημητρώ!

Την πληρωμή από το Θεό τη βρήκες!!

Ένα ξαδέρφι σου σκοτώσανε

και μην ελπίζεις να 'χεις νίκες!!!

Τους νόμους καταπάτησες,

π' όλοι σέβονταν εδώ πέρα!

Δε θα στεριώσεις εδωνά,

σε τούτηνε τη στέρα!

Γυναίκα αχόρταγη!!

Όσα πλούτη κι αν σωριάζεις,

όση αν έχεις εξουσία,

εγώ, δεν τα λογιάζω όλα αυτά,

αν απουσιάζει η χαρά Θεού

κι η απλή υγεία!!

Μη στέλνεις τα ξαδέρφια σου να σκοτωθούν,

θα 'ναι μεγάλο κρίμα!!

Θα το χτυπάς το κεφαλάκι σου,

για το ατίθασό σου πείσμα!!

(Απευθύνεται στα ξαδέλφια της γυναίκας του.)

Άντε! Εσείς οι δυο,

μαζέψτε τα ντουφέκια σας

και σύρετε το δρόμο για τη Μάνη!

Σε λίγο ο τόπος θα κροτοβολεί,

θα 'ναι, κάθε γωνιά και κάννη!!


1ος Μανιάτης:

Μα που να πάμε ξάδερφε;

Εκεί καμιά ελπίδα δεν μας τρέφει!

Στη Μάνη, δεν το βλέπω να γυρίζουμε,

καθώς εκεί, ξεφωνητό θα βρέχει!


2ος Μανιάτης:

Αλί μας! Αλί!

Ακούς, να πάμε πίσω στο χωριό

μ' ένα θεριό ολόνεκρο στα χέρια;

Φωνές ακούω να γελούν μ' εμάς,

πισώπλατα να μας καρφώνουνε μαχαίρια!


Γρηγόρης:

Κι όμως, το πράγμα θέλει φρόνηση παιδιά!!


Γρηγορού:

Κι εγώ, τί θες να κάνω;


Γρηγόρης:

Να κάτσεις χάμω Δημητρώ,

για να σκεφτώ και να προκάνω!!

Εσείς οι δυο, ακούτε με προσεκτικά,

για να μη γίνει κάνα λάθος!!

Δικό σας πρόβλημα είναι η επιστροφή,

δε μ' ενδιαφέρει τι θα γίνει καταβάθος!!

Γι' αυτό που νοιάζομαι,

είναι να σύρετε το βήμα σας εδώ και τώρα,

για ν' αποφύγουμε τους σκοτωμούς,

την εισερχόμενη τη μπόρα!!


1ος Μανιάτης:

Και το νεκρό, εδώ θα τον αφήσουμε;

Σε τόπο εχθρικό, για να τονέ προσβάλλουν;


Γρηγόρης:

Θα το φροντίσω εγώ,

για να ταφεί με τις τιμές!

Κι όπως αρμόζει θα τον ψάλλουν!

(Ακούγονται πολλές τουφεκιές κοντά στο χωριό.)

Άντε!! Ξεκουμπιστείτε από δω

όσο νωρίτερα μπορείτε!!

Κι αν κάτσετε εδώ,

σαν το θεριό αυτό, (Δείχνει το νεκρό.)

πισώπλατα θα σκοτωθείτε!!

(Οι δυο Μανιάτες, μέσα στον πανικό, μαζεύουνε τα πράγματά τους επιχειρώντας ν' απομακρυνθούν. Η Γρηγορού, αντιδρά στη συμπεριφορά τους, φωνάζοντάς τους πίσω, για ν' αντισταθούν.)


Γρηγορού:

Για σταθείτε! Πού πάτε σεις δειλοί;

Πού το νεκρό αφήνετε, σε ξένα μέρη;

Καλό δε θα σας βρει ποτέ!

Κι αυτό, καημούς απαίσιους θα σας φέρει!

Αλί! Άθαφτο αφήνετε τον ξάδερφο,

να τον σπαράξουνε τα σαρκοφάγα και τ' αγρίμια;

Δεν είν' αυτή χρυσή τιμή που του προσφέρετε,

για τη θυσία του την τίμια!!

(Ακούγονται και πάλι τουφεκιές. Οι δυο Μανιάτες εγκαταλείπουν τον χώρο, βγαίνοντας από την αριστερή πλευρά της σκηνής.)

Αλί σ' εμένα τρεις φορές!!

Στης συμφοράς τα δίχτυα μπλέχτηκα

μ' ένα νεκρό 'δω χάμω!

Δική μου είναι η ενοχή!

Τώρα δεν ξέρω τι να κάμω!

Με παρατήσαν τα ξαδέρφια μου!

Ποιαν άλλη μοίρα να με περιμένει;

Ν' αντισταθώ με πέτρες σε αυτούς;

Ίσως, μόνο αυτ' η επιλογή να μένει!


Γρηγόρης:

Τρελή!! Θεότρελη!!

Έλα, σήκω να πάμε να ξεκουμπιστούμε!!

Εδώ, κάτω στα Κακοσκάλια να κρυφτούμε!!


Γρηγορού:

(Αντιστέκεται και πάλι στον άντρα της.)

Ακούς, ν' αφήσω το νεκρό,

για να κρυφτώ στα βαλανίδια;

Ντροπή αισθάνουμαι γι' αυτό

κι ούτε που το αντέχω η ίδια!

Αλί σ' εμάς! Ω, ξάδερφε,

τι φοβερά δεινά μας βρήκαν!!

Εσένα ένας θάνατος

κι εμένα μία πίκρα!


Γρηγόρης:

Έλα κι άφησε τις περιττές τις τύψεις!

Ας συλλογιόσουνα καλύτερα,

όταν τις έκανες μ' αυτούς τις ρήξεις!

(Ο Γρηγόρης την τραβάει από το χέρι για να την σηκώσει. Εκείνη τη στιγμή, από δεξιά της σκηνής, μπαίνει η Νικολού, αναστατωμένη κι αγριεμένη.)


Νικολού:

Μωρέ, ακόμα δεν ξεκουμπιστήκατε

από ετούτα 'δω τα μέρη;

Θεομηνία έρχεται για σας τους δυο,

το πείσμα σας, κι άλλα

δεινά μπορεί να φέρει!!

(Απευθύνεται στη Γρηγορού.)

Ο σατανάς, που σου 'βαλε κακό μες στο μυαλό,

τώρα εσένα κρένει

κι εκεί, στη μαύρη κόλαση,

σε καλή θέση θα σε περιμένει!!

(Ακούγονται φωνές και τουφεκιές.)

Άντ' απ' αυτού! (Σηκώνει τη μαγκούρα της.)

Με βάρος στη συνείδηση,

παράτα τούτο 'δω το πτώμα!

Κοίτα να σώσεις το τομάρι σου,

μη μπεις κι εσύ μ' αυτόν

στο μαύρο χώμα!!

(Ο Γρηγόρης παίρνει τη Γρηγορού και τη σέρνει, για να απομακρυνθεί από την οχλοβοή, βγαίνοντας από την αριστερή πλευρά της σκηνής. Χαμηλώνουν ελαφρώς τα φώτα και στο κέντρο της σκηνής εισέρχεται ο χορός. Η Νικολού παραμένει στη δεξιά πλευρά της σκηνής.)


Νικολού:

Τα τσακάλια δε θα γεμίσουν τις κοιλιές

σπαράζοντας τη σάρκα του Μανιάτη!

Θα τονέ πάω μέχρι τα μνήματα,

φορτώνοντάς τον σ' ένα άτι!

Τα πράγματα, εδώ που φτάσανε

κι αυτό πρέπει να γίνει,

όσο εχθρός κι αν ήταν ο Μανιάτης σου,

δίχως ταφή δε θα μας μείνει!!

(Η Νικολού, αφήνοντας προσωρινά εκεί, τη σορό του Μανιάτη, βγαίνει από τη δεξιά πλευρά της σκηνής.)


Χορός:

Το πένθος απροσμέτρητο!


(Στροφή Α΄)

Τι φόνο μηχανεύτηκε

σε τούτη 'δω την κοινωνία;

Όσο μικρή κι αν είν' αυτή,

αυτό δεν έχει σημασία!

Τι είναι κώδικας αξιών;

Ένα δικαίωμα, που επιτρέπει την αυτοδικία,

απέναντι σε οποιονδήποτε,

ακόμα και με βία;

Και τι είναι παλληκαρισμός;

Μια συμπεριφορά, που επιβάλλει

και καταπιέζει τους αδύνατους,

στην καθημερινή τους πάλη;


Χορός:

Και πότε έχομε δικαίωμα ν' αντιδικούμε;


(Στροφή Β΄)

Μόνο όταν το επιτρέπει η φύση μας

για να επιδειχτούμε;

Κι αν δεν το επιτρέπει η φύση μας

να πράττουμε με βία,

πρέπει να μας εκβιάζουνε οι δυνατοί

με καταπιεστική μανία;

Κι όταν έχουμε θάρρος,

τότε, αλήθεια, τότε τι γίνεται;

Το θέμελο της γης για τα καλά θα σείεται;


Χορός:

Και αν προσθέσουμε στο θάρρος

με το μέρος μας το δίκιο, την αλήθεια;

Σίγουρα, αυτός που κάνει τον παλληκαρά

θα χαθεί μέσα στα βύθεια!!


Χορός:

Ευτυχής όποιος είχε το δίκιο...


(Αντιστροφή Α΄)

με το μέρος του και γλίτωσε

απ' την θερμόαιμη μανία μιας αντιδικίας!

Δις ευτυχής δε, όποιος δε γονάτισε

σ' αυτήν την οργή,

και στις επιβουλές του παλληκαρισμού!


Χορός:

Βλέπετε, εκατομμύρια είναι οι άνθρωποι...


(Αντιστροφή Β΄)

αλλά κι εκατομμύρια τα μίση κι οι αντιδικίες!

Ο ένας, υποτάσσει την οργή

κι ο άλλος, με την οργή πεθαίνει!


Χορός:

Τρις ευτυχής όμως,

όποιος, ποτέ οργή δε γνώρισε

για τον συνάνθρωπό του!!

(Σβήνουν τα φώτα.)



ΤΕΛΟΣ



Μετά από μία δεκαετία δικαστικών ταλαιπωριών, ο Γερο-Γιώργης, αθωώθηκε οριστικά από το Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου στις 20 Αυγούστου 1906. Μετά το θάνατό του, η σορός του, θάφτηκε στο νεκροταφείο του Μυστρακίου, κάτω από το μεγάλο κυπαρίσσι, ακριβώς εκεί, στο ίδιο σημείο, που είχε θαφτεί μερικές δεκαετίες νωρίτερα, ο σκοτωμένος Μανιάτης του θεατρικού έργου, ο επονομαζόμενος" Το θεριό της Μάνης¨.

Όποιος με τρελό

σφικτά συγχρωτίζεται

τρελός θα γίνει.

Τα δύο φόβητρα

Φαρσοκωμωδία σε πέντε πράξεις- Έκδοση 2011

του Ιωάννη Μποζίκη

ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ

(Ως εισαγωγή στο θεατρικό έργο)

(Κοντά στις μικροκαλαμιές, που παίζουν με τ' αγέρι και φιλιούνται απανωτά με το Σαρωνικό ακρογιάλι, ανάμεσα από ήχους σαλπίγγων και τυμπάνων, εμφανίζεται το Σκαθάρι, βγαίνοντας από το πουθενά, μέσα από τα χείλια της Αβύσσου. Ως γέννημα της όγδοης ημέρας, δείχνει ότι μέσα του κρύβει την πίστη του καλού, ενώ φοβάται πολύ τους ανθρώπους. Περιτυλιγμένο με πορφυρό χιτώνα, εμφανίζεται ως μυστηριώδες πλάσμα, μισό έντομο, ολονάματα και φως και άλλο μισό κλώνος, με δεκάδες μαύρες ρίζες γύρω του. Αντιπροσωπεύει την ηθική γέφυρα, που κρατάει εφαπτόμενη την Αλήθεια με την Δικαιοσύνη και καταπολεμάει, τη φωτιά στη φωτιά και το βούρκο στο βούρκο. Σαν έντομο γελάει κι όλο χορεύει στα άκρα της Αβύσσου και με το γέλιο του διαλαλεί και τρυπάει τους αιθέρες.)

Tο σκαθάρι:(Ακούγεται ένα χτύπημα τυμπάνου). Κυρίες και κύριοι, γέροντες και παιδιά, κατοικίδια και αδέσποτα, πουλιά του ουρανού και άγρια θηρία, ψάρια της θάλασσας, έντομα και ερπετά, πανάρχαια δέντρα και φυτά, δημιουργήματα του Θεού μ' αισθήματα καθάρια και ολόαγνα, θηριόποδα και ορνιθοπόδα, αγκυλοσαύρια, νοθοσαύρια, πτεροσαύρια, πλατεοσαύρια, μιξοσαύρια, τουρκοσαύρια και αρβανιτοσαύρια και καρχαρίες, του απολιθωμένου μίσους και κακού, που σπάτε, αλέθετε και τρώτε με σιδερένια οδοντοφόρα σαγόνια. Στοιχειά, θεριά, δράκοι, βρυκόλακες, στρίγκλες, λάμιες, λερναίες ύδρες, σειρήνες, χάρυβδες, ερινύες, λαιστρυγόνες και κύκλωπες, που τρομοκρατείτε το δίκαιο, την αλήθεια, μέσα από τα αιώνια ερέβη σας, ακούστε παρακαλώ! (Ακοεται ένα ύγτελευταίο χτύπημα τυμπάνου). Εσύ παππούλη, που πηγαινοέρχεσαι άσκοπα, παλουκώσου κάπου επιτέλους, διότι αρχίζει η παράσταση!! Σσσουτ!! Από δω και πέρα δε θέλω ν' ακουστεί τσιμουδιά παρά μόνο χαμόγελο και γέλιο! Κι εσύ μικρούλα σταμάτα επιτέλους να μασάς την τσίχλα σου με λύσσα! Μου αποσπάς την προσοχή!! Σωπάστε για να κατασταλάξει επιτέλους η νύχτα, κυρίως μέσα στις μαύρες καρδιές σας και να κορφολογήσουν ο πόνος, η ψυχή, το γέλιο! Το άφθονο γέλιο!! Ο θίασός μου, είναι ένας από τους αρχαιότερους θιάσους της Ευρώπης και σήμερα βρίσκεται κοντά σας, εδώ, μες στων αγρών τα κύπελλα, για να σας κάνει να διασκεδάσετε!

Ερχόμαστε από πολύ μακριά, ίσως από τα χείλη της αβύσσου ή από τη Δύση τη βορεινή, όπου περιβολεί η Θεία Τέφρα. Μακρύς ο δρόμος που διανύσαμε, με πολύ κρύο και πολύ σκοτάδι! Για να φτάσουμε κοντά σας, δάκρυα μέλας χύθηκαν! Διασχίσαμε χιονισμένα βουνά, παγωμένα ποτάμια! Πάνω σ' αυτά ζυγίστηκαν οι κακουχίες, που περάσαμε! Αρρώστιες, κρυοπαγήματα και επιθέσεις αγρίων ζώων ολόγυρά μας δέρνονταν! Σφαλίστηκαν τα μάτια μας και δε μπορέσαμε να στεριώσουμε πουθενά για να παρουσιάσουμε αυτήν εδώ τη θεατρική παράσταση! Και μας άρπαξε η μοίρα λίγο μετά, που περάσαμε τις κρινόλευκες Άλπεις! Ο ήλιος μελένιος, με τη ροδόχρωμη αχτίδα του, έστειλε πίσω από τον τράχηλο τη θέρμη του. Και για να ζεσταθούμε, τον ακολουθήσαμε στο μονοπάτι του. Φλάουτο γλυκύτατο μας συνεπήρε με τη θέρμη του και μας μετέφερε αστραπηδόν στις καταπράσινες βουνοκορφές του Υμηττού κι από εκεί στην κατηφοριά της Μεσογαίας γης και για να μην πολυλογώ, μας άφησε σε μια στάνη της μεσαιωνικής και μυθικής Βαρηούπολης της Αττικής! Τώρα, που βρισκόμαστε εδώ, μέσα στα δικά σας πλούτια, σε χώρο όπου οι αυλόπορτες είναι ολάνοιχτα κλειστές και στο κατώφλι τους ανθεί η παρανομία και η απληστία, ποιος νομίζετε ότι θα ακούσει τη φωνή μας δίχως να μας απογοητεύσει; Πολλές φορές, σφαλίζουμε τα μάτια μας για να μη δούμε τις σαΐτες, που θα καρφώσετε στα στήθια μας! Όμως, στο ασήμαντο μεράκι μας αυτό αντέχει μονάχα το σημαντικό! Η τρυφερή ελπίδα του θεατρικού λόγου, που δεν πρέπει να παγώσει! Θίασο μας ονόμασαν, έτσι και μ' ένα τυχαίο όνομα, δίχως ιδιαίτερη περγαμηνή και στα τέσσερά μας πέταλα καλπάζουμε, τρέχοντας, για να βάλουμε μυαλό σε κούφια κεφάλια, που δυστυχώς είναι σε πλειοψηφία! Κι όπου δεν πίπτει ο λόγος μας, πίπτει ο χλευασμός μας, που τσακίζει κόκαλα!! Ίσως μ' αυτόν τον τρόπο να έχουμε την εντύπωση ή και την ψευδαίσθηση ότι βάζουμε τα πράγματα στη θέση τους! (Σημαίνει μια νικήτρια σάλπιγγα). Εδώ ο χρόνος μου τελείωσε και γρήγορα πρέπει να μπω στο θέμα μου, στο θέμα, που θα παρακολουθήσετε απόψε! Μήπως παρεμπιπτόντως γνωρίζετε το θέμα της παράστασής μας; (Επικρατεί απόλυτη σιγή). Αυτή η απόλυτη ηρεμία με τρομάζει! Είναι σαν μία σάλπιγγα, που κλαίει τη νύχτα στα χέρια ενός νεκρού στρατιώτη! Τέλος πάντων, απόψε φίλοι μου, κάτω από αυτό το ρόδινο φεγγάρι, δίπλα στο κρογιάλι του Σαρωνικού, θα σας παρουσιάσουμε ένα εξαιρετικό θέαμα, που φέρει τον τίτλο «Η τραγική κωμωδία του Άρχοντα Καπετανάκη και του τρελού Καρατάσου (Κύκλωπα)» ή καλύτερα ακόμα «Τα δύο φόβητρα», όπως το αποκαλώ εγώ! Ο πρώτος είναι ένας διορισμένος δήμαρχος της τότε τουρκοκρατούμενης Βαρηούπολης... (πετιέται ένα παιδί και τον διακόπτει.)

Παιδί: Όχι Τούρκους κύριε! Όχι Τούρκους! Τι δουλειά έχουν οι Τούρκοι στη Βαρηούπολη; Αυτούς, δεν τους εδιώξαν οι παππούδες μας;

Το σκαθάρι: Ναι παιδί μου, είναι όπως τα λες, αλλά αυτό έγινε πολύ αργότερα! Η ιστορία, που θα παρακολουθήσετε εκτυλίσσεται πολύ πριν από την Παλιγγενεσία του Έθνους μας, σε μια εποχή όπου η χώρα μας αλλά και η μυθική Βαρηούπολη ήταν υποταγμένη στον Τούρκο πασά! Ας έρθουμε λοιπόν στο θέμα μας, έλεγα ότι ο πρώτος, είναι ένας διορισμένος δήμαρχος της τουρκοκρατούμενης Βαρηούπολης κι ο δεύτερος, ένας τρελός, όλο αλαζονεία, έπαρση και θράσος, που παραβιάζει ρυμοτομικά σχέδια πόλεως, χτίζει αυθαιρετώντας, τρομοκρατεί τους πάντες, βρίζει και ασχημονεί και περιφέρεται δίχως ηθικές γέφυρες να τον κρατούν μ' ένα ρόπαλο στο χέρι! Ο φοβισμένος δε Δήμαρχος, για να αποφύγει το ρόπαλο αυτού του τρελού συμπολίτη του, κάνει ό,τι του υποδεικνύει αυτός, κάνοντας απερίσκεπτες πράξεις, όπως αυτοψίες για τα δέντρα, που βρίσκονται στα πεζοδρόμια της πόλης, βεβαιώνει πρόστιμα για δήθεν παράνομες συρόμενες πόρτες, που δεν το προβλέπει ο φετβάς του πασά, δίχως να υπολογίζει τις συνέπειες του νόμου για τέτοιου είδους πράξεις! (Στο βάθος ακούγονται δυνατές φωνές, χλιμιντρίσματα και καλπασμοί αλόγων. Το Σκαθάρι στήνει το αυτί του για να ακούσει). Μάλλον αυτός πρέπει να είναι! Ο τρελός!! Είναι η φωνή του Καρατάσου! Πρέπει να καταφτάνει προς τα εδώ με την άμαξά του! Εγώ ομολογώ ότι δεν θα ήθελα να τον συναντήσω! Γρήγορα, πρέπει να κρυφτώ κάπου για να μην με δει και μόλις ξεκουμπιστεί και φύγει από εδώ, θα επανέλθω κοντά σας! ! (Το Σκαθάρι κρύβεται σε μια γωνιά).


Πράξη πέμπτη


Βρισκόμαστε στην αίθουσα του Δικαστηρίου, όπου ο Καντής (Δικαστής), αποδίδει δικαιοσύνη. Στη σκηνή είναι τοποθετημένα: στο κέντρο του τοίχου, πάνω σε πράσινη τσόχα, ένας τουγράς - επίσημο σύμβολο του Οθωμανικού κράτους - δεξιά κι αριστερά δύο οθωμανικές σημαίες, όπου διακρίνεται η ημισέληνος και τρία μεγάλα ανατολίτικα καθίσματα. Στο βάθος βρίσκεται μία κλειστή πόρτα, όπου στέκονται δύο χωροφύλακες. Μπαίνουν στην αίθουσα ο Καντής, ένας ορθόδοξος παπάς και ένας γραφέας. Ακολουθούν ακατάστατα οι κατηγορούμενοι. Στην είσοδο, στο βάθος, στέκεται το Σκαθάρι, που προσπαθεί να εισέλθει στην αίθουσα ενώ οι δύο χωροφύλακες δείχνουν να το εμποδίζουν.

Σκαθάρι: Αφήστε με παρακαλώ! Αφήστε με! Είμαι ο μηνυτής, ο μηνυτής αυτών των κατηγορούμενων!!

1ος χωροφύλακας: Εσύ; Ένα Σκαθάρι; Δεν είμαστε καλά! Από πότε ένα έντομο κάνει μηνύσεις;;

Σκαθάρι: Γιατί;; Σας φαίνεται παράξενο; Ένα Σκαθάρι δεν μπορεί να παραστεί σε ένα δικαστήριο; Δεν μπορεί να κατηγορήσει διεφθαρμένους και εκβιαστές;;

2ος χωροφύλακας: Αναθεματισμένο πλάσμα! Ουστ από 'δω! Πώς τολμάς και μας κοροϊδεύεις; (Προσπαθεί να το βγάλει έξω από την αίθουσα).

Σκαθάρι: Κάτω τα χέρια σου ανόητε!! Κύριε Δικαστά, κύριε Δικαστά! Είμαι ο μηνυτής όλων αυτών, εδώ που βρίσκονται στην αίθουσα κι οι χωροφύλακές σας με εμποδίζουν να εισέλθω μέσα!!

Καντής: Ποιος εμποδίζει ποιον;; Δεν κατάλαβα! Χωροφύλακες, αφήστε ελεύθερο τον μηνυτή να εισέλθει!!

1ος χωροφύλακας: Μα Καντή μου, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με έναν άνθρωπο, έχουμε ένα Σκαθάρι και μάλιστα ένα περίεργο Σκαθάρι, μισό έντομο μισό δέντρο!!

Καντής: Τι είπες ουλάν; Έντομο;; Περίεργο:!! Για φέρτο'δώ να το δω! Πώς γίνεται κι ένα Σκαθάρι μηνύει ανθρώπους;; Γραφέα, εδώ κάτι δεν πάει καλά!! Ποιος από εσάς έκανε δεκτή τη μήνυσή του;;

Γραφέας: Καντή μου, ίσως να μην έχετε συνηθίσει σε τέτοιου είδους πλάσματα, αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα Σκαθάρι διαφορετικό από αυτά, που έχετε στο μυαλό σας! Αυτό το Σκαθάρι έχει νοημοσύνη, είναι έξυπνο και πολύ εύγλωττο!!

Καντής: Ένα Σκαθάρι να έχει νοημοσύνη και να είναι έξυπνο κι εύγλωττο;; Δεν είμαστε καλά!! Για φέρτε το εδώ μπροστά μου, για να δω τι ζητάει από το Δικαστήριό μας!! (Οι χωροφύλακες το φέρνουν σέρνοντάς το, μπροστά στον Καντή).

Παπάς: (Ξαφνιασμένος) Ωχ!! Θεέ μου!! Ωχ!! Θεέ μου!!

Καντής: Τι έγινε παπά μου; Τι έπαθες κι αναφέρεσαι στον Αλλάχ;;

Παπάς: Καντή μου, αυτό το έντομο, είναι το γνωστό Σκαθάρι, που έχει διαφορές μ' αυτόν τον Καρατάσο μπέη και τον Δήμαρχο Καραγιουσούφ Αγά Καπετανάκη!!

Καντής: Κι εγώ, ήρθα από την Ιστανμπούλ για μια μήνυση, που υπέβαλε ένα Σκαθάρι;; Γραφέα, δεν είμαστε καλά!! Για κοίτα να δεις μήπως έκανες κάποιο λάθος; Εγώ πώς μπορώ να κάνω δεκτή την μήνυση ενός εντόμου, έστω κι όπως το λες, ενός έξυπνου σκαθαριού; Εδώ, σ' αυτήν τη σεπτή αίθουσα, θα δικάσουμε ανθρώπους σοβαρούς, έντιμους, αξιολογότατους, όπως το Δήμαρχο της Βαρηούπολης και τον κύριο Καρατάσο, ξακουστό επιχειρηματία με μεγάλη πραμάτεια!!

Γραφέας: Καντή μου, δεν είναι πρώτη φορά, που ένα έντομο κάνει μήνυση σε έναν άνθρωπο!! Και κατά το παρελθόν έχουν γίνει τέτοιες μηνύσεις και δεν αποσύρθηκαν! Να, φερ' ειπείν παλιά, πολύ παλιά, στην εποχή του ενδοξότατου Σουλτάνου μας Μπουράτ του Β΄, έγινε κάποια τέτοια δίκη στην Ανδριανούπολη! Εκεί, τα δικαστήριά μας, είχαν να κάνουν με ένα κουνούπι!! Ένα κουνούπι, που κατέθεσε τη μαρτυρία του για ένα σοβαρό έγκλημα, που είχε δει, και ο Καντής της εποχής εκείνης έκανε δεκτή τη μαρτυρία του! Επίσης, έχουμε και μια άλλη περίπτωση, την εποχή του Σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή, όπου ένας σκύλος, που δάγκωσε έναν Βεζίρη, καταδικάστηκε σε θάνατο δια απαγχονισμού! Τώρα Καντή μου, γιατί σας φαίνεται περίεργο, ένα Σκαθάρι να μηνύει έναν Δήμαρχο και έναν προύχοντα, μαζί με μια διεφθαρμένη δημοτική συμμορία, που εκβιάζει και τρομοκρατεί!!

Καντής: Είπες εκβιαστές, γραφέα;; Δηλαδή, όλοι αυτοί εδώ, που είναι μαζεμένοι, εκβιάζουν ένα μικρό έντομο, ένα Σκαθάρι;;

Γραφέας: Ναι, ένα Σκαθάρι Καντή μου! Ακριβώς όπως το είπατε!!! Κι εμείς, ως Δικαστήριο του ένδοξου Οθωμανικού κράτους, δεν πρέπει κάτι να κάνουμε για να το σώσουμε από αυτήν την καταπίεση, που δέχεται από όλους αυτούς εδώ τους διεφθαρμένους εκβιαστές;;;

Δήμαρχος: Αχ, πολύ μακριά το πάτε το κουβάρι κύριε γραφέα!! Εμείς είμαστε εκβιαστές;; Τι λόγους έχουμε να εκβιάζουμε ένα έντομο; Ένα Σκαθάρι;;

Κιοσέ γκιολέκ: Αγά μου! (Πλησιάζει κοντά του και του μιλάει με χαμηλή τη φωνή).Το Σκαθάρι, που βλέπεις, είναι ο κοκαλιάρης, ο περίφημός μας κοκαλιάρης, που ταλαιπωρούμε εδώ και μήνες, με σκοπό να ικανοποιήσουμε το φίλο σου, τον Καρατάσο μπέη!!!

Δήμαρχος: (Εκνευρισμένος, στον Καρατάσο). Ειν' αλήθεια Καρατάσο;; Το Σκαθάρι είναι ο κοκαλιάρης;; Κι εγώ τόσο καιρό ασχολήθηκα με ένα έντομο; Και δεν μου είπες τίποτα; Δηλαδή όλο αυτό το διάστημα ασχολήθηκες με ένα κακομοίρικο Σκαθάρι και μας έκανες όλους να παρασυρθούμε στο παιχνίδι σου;;

Καρατάσος: Μα Αγά μου!...

Δήμαρχος: Σιωπή Τάσο, μη μου πεις ότι εσύ, αυτό το πράγμα δεν το γνώριζες!!

Καρατάσος : (Με χαμηλή φωνή). Σε παρακαλώ! Τώρα δεν είναι η στιγμή να τσακωθούμε και να βγάλουμε τα μάτια μας Αγά μου! Ας κοιτάξουμε να δούμε πώς θα καταφέρουμε να γλιτώσουμε από όλες αυτές τις κατηγορίες!

Δήμαρχος: (Στον Κιοσέ Γκιολέκ). Μα τον Αλλάχ!! Να μου συμβαίνει τέτοιο πράγμα; Δεν θα το πίστευα καθόλου!! Εγώ, ο Δήμαρχος της Βαρηούπολης, να τα βάζω με ένα Σκαθάρι, με ένα πλάσμα, που είναι μισό έντομο και μισό δέντρο; Και σε όλη αυτήν την πορεία να με εμπαίζει και να με χρησιμοποιεί ο φίλος μου ο Καρατάσος!!!

Καντής: Κι εσύ παπά μου, τι γνώμη έχεις γι' αυτά που είπε ο γραφέας; Συμφωνείς με αυτόν;

Παπάς: Καντή μου, ο Χριστός μας, κι αυτός εκτιμούσε τα ζώα! Γεννήθηκε σε μια φάτνη, όπου υπήρχαν πρόβατα, αρνιά και αγελάδες, αλλά και πάντα κρατούσε έναν αμνό στην αγκαλιά του. Με αυτή τη συμπεριφορά του έδειχνε μεγάλη σημασία στη συνύπαρξη ανθρώπων και ζώων! Εάν λάβω υπόψη μου όλα αυτά, αλλά κι αυτά που είπε ο γραφέας, τότε αναμφισβήτητα συμφωνώ κι εγώ!

Καντής: Τότε, δε μου μένει κι εμένα παρά να συμφωνήσω και να κάνω δεκτή τη μήνυση του σκαθαριού!! Σκαθάρι!! Πλησίασε λοιπόν εδώ κοντά για να καταθέσεις! Επειδή είσαι μισό έντομο, μισό δέντρο και ρίζα, δε θα σε υποχρεώσω να ορκιστείς, όπως οι άλλοι πολίτες, στα δύο άγια βιβλία μας! Θα καταθέσεις ανωμοτί, για να ξεκινήσουμε την εκδίκαση της υπόθεσής σου!

Σκαθάρι: Αξιότιμε κύριε Καντή, εάν και δεν το απαιτείτε, εγώ και πάλι ορκίζομαι να πω την αλήθεια και μόνο την αλήθεια, και ζητώ δικαιοσύνη γι' αυτήν την ταλαιπωρία που πέρασα αυτά τα τρία τελευταία χρόνια!! Είθε η Θεία Δίκη, αλλά κυρίως, αυτό το σεπτό Δικαστήριο, να τιμωρήσει αυτή τη συμμορία των εκβιαστών, που είχε μανία να με εξοντώσει, με σκοπό να βοηθήσει έναν παραβάτη του ποινικού και πολεοδομικού κανονισμού!

Καρατάσος : Παραβάτης εγώ; Δεν είμαστε καλά!! Τι άλλο θα ακούσουμε!

Δήμαρχος: Όχι δα και συμμορία!! Όχι δα!! Σκαθάρι αναθεματισμένο, αυτό, εσύ το λες!!

Καντής: Σιωπή όλοι σας!! Κατηγορούμενοι, καθίστε παρακαλώ! Ως καλή και έντιμη δικαιοσύνη θα ακούσω τις δύο πλευρές! (Σηκώνεται) Ο ενάγων ας κάνει κι αυτός το ίδιο! (Σηκώνει τα χέρια του με μεγαλοπρέπεια). Μπισμιλαραχιμάνι ραχίμ! Ορκίζεστε να πείτε την αλήθεια και όλη την αλήθεια;

όλοι μαζί: (Οι μουσουλμάνοι) Το ορκιζόμαστε!!

Παπάς: (Σηκώνεται) Εις το όνομα του Πατρός, του Υιού κτλ... κτλ... κτλ... Ορκίζεστε να πείτε όλη την αλήθεια;

όλοι μαζί: (Οι χριστιανοί) Το ορκιζόμαστε!

Καντής: Η ακροαματική διαδικασία άρχισε! Γραφέα, παρακαλώ σημειώστε! (Αφού κάθεται ο Καντής και ο παπάς, οι μηνυμένοι ξεσηκώνονται και πάλι).

Δήμαρχος: Το Σκαθάρι λέει ψέματα!! Εμείς, ως Δημοτική Αρχή, δεν το εκφοβίσαμε!!

Καρατάσος : Κι εγώ, ποτέ δε βιαιοπράγησα εναντίον του, αλλά ούτε, που του έσπασα τους τροχούς της άμαξάς του! Δεν τον συκοφάντησα, δεν τον έβρισα και δεν έκανα άσεμνες χειρονομίες, όπως λέει!! Όλα αυτά είναι μυθεύματα!! Λογοτεχνικά μυθεύματα!!... Έτσι δεν είναι Παπατέρα; (Ο Παπατέρας δεν μιλάει). Έτσι δεν είναι Πα ... Πα ... τέρα!!!(Ο Παπατέρας ξεπετιέται). Πες κι εσύ κάτι επιτέλους!!

Παπατέρας : Έτσι ... είναι ... χικ ... αυτά ... χικ ... όπως ... χικ ... ξέρετε ... χικ ... είναι χικ ... μυθεύματα ... χικ... λογοτεχνικά μυθεύματα ... χικ!!

Καντής: Σιωπή σας είπα! Αλλιώς θα εκκενώσω την αίθουσα!!

Χρυσαλίς: Καντή μου, εγώ δεν φταίω σε τίποτα! Ο αδελφός μου με έμπλεξε σε αυτήν την περιπέτεια! Δυστυχώς, σε ένα κυκεώνα!!

Αγγελάκος: Αυτό το Σκαθάρι, που βλέπετε, στο σπίτι του κυματίζει μια βυζαντινή σημαία!! Ντροπιάζει την κραταιή Οθωμανική αυτοκρατορία μας, συνωμοτεί, για να επαναφέρει ίσως, το Βυζαντινό κράτος! Αντί να ζητάει την τιμωρία μας, καλό θα ήταν να τον κλείσετε στις φυλακές της Τριπολιτσάς!!

Εμμανουέλα: Εγώ όμως κύριε Δικαστά, δεν έκανα τίποτα! Απλώς είμαι η μέλλουσα σύζυγος του κυρ-Καρατάσου!! Γιατί με φέρατε εδώ και τι αξιόποινο έκανα η κακομοίρα;;

Καντής: Μα δεν ακούτε καθόλου!! Σας είπα να σωπάστε!! Ένας-ένας θα έχει το λόγο!! Ορίστε, εσείς χανούμισσα, έχετε το λόγο!

Καραφιστάν χανούμ: Ονομάζομαι Νιλουφέρ Καραφιστάν κι είμαι αρχιτεκτόνισσα! Τα δέντρα του πεζοδρομίου του είναι παράνομα και πρέπει να αποψιλωθούν! Κι επίσης, δεν έκανα λάθος στο μέτρημά τους! Είναι ακριβώς δεκατέσσερα δέντρα!!

Καντής: Πόσα δέντρα μέτρησες γραφέα;

Γραφέας: Οκτώ! Κι ούτε ένα παραπάνω!

Καραφιστάν χανούμ : Πάντως είναι αδύνατον να έχω κάνει τέτοιο λάθος!

Καντής: Πώς λες; Αδύνατον; Αμφισβητείς τη μέτρηση, που έκανε ο γραφέας; Μπορείς να μου εξηγήσεις, πώς, κατά τη δική σου λογική, το οκτώ έγινε δεκατέσσερα; Ή δε βλέπεις ή δε ξέρεις να μετράς ή το έκανες επίτηδες, για να επιβαρύνεις το Σκαθάρι με μεγαλύτερο πρόστιμο!!

Καραφιστάν χανούμ : Εγώ να επιβαρύνω το Σκαθάρι; Και τι λόγους θα είχα;

Σκαθάρι: Τότε πρέπει να παραδεχτείς ότι είσαι στραβή!!

Γραφέας: Ή στραβή ή εκβιάστρια! Διάλεξε λοιπόν!!

Καραφιστάν χανούμ : (Τρομαγμένη) Εκβιάστρια; Στραβή; Αχ Θεέ μου, που έμπλεξα! (Στο Δήμαρχο) Πού με έμπλεξες Αγά μου;;

Κιοσέ γκιολέκ : (Στο αυτί της). Πες ότι είσαι στραβή, να μη σε πάνε τουλάχιστον φυλακή!!

Καραφιστάν χανούμ : Καντή μου, μάλλον είμαι στραβή όπως φαίνεται! Κάποιο λάθος θα έχω κάνει!

Καντής: Έτσι μπράβο χανούμισσα μου! Ευτυχώς, που επικρατεί η λογική! Γραφέα, διαβάστε την κατάθεση παρακαλώ!!

Γραφέας: Πρώτον, η μηνυόμενη, δηλώνει ότι είναι αρχιτέκτων, άρα εξειδικευμένη στις μετρήσεις αρχιτεκτονικών έργων πεζοδρομίου! Επειδή έκανε, και μάλιστα, σοβαρότατο λάθος, λυπάται γι' αυτό! Δεύτερον, δηλώνει χωρίς καμία εντροπή, ότι έχει σκοπό να αποψιλώσει τα οκτώ δέντρα, που βρίσκονται στα πεζοδρόμια του σκαθαριού, του ονομαζόμενου «κοκαλιάρη». Κι έτσι παραβιάζει την πέμπτη εντολή «ου φονεύσεις», «ου αποψιλώσεις δέντρα»!!

Καραφιστάν χανούμ : Την πέμπτη εντολή;;

Καντής: Γιατί, αμφισβητείς κι αυτό και τα άγια βιβλία μας; Φτάνει! Φτάνει με τις ανοησίες, που λες!! Στο κάτω-κάτω θα μπορούσα να σε συγχωρήσω, επειδή η θεία πρόνοια σε έπλασε στραβή, αλλά όταν παραβιάζεις τις εντολές, γίνεσαι προκλητική και δε μπορώ να σωπάσω!! Το μόνο, που μου μένει, είναι να υποβάλλω την περίπτωσή σας στον Ιμάμη της περιφέρειας!!

Καραφιστάν χανούμ : Λυπηθείτε με Καντή μου! Όχι στον Ιμάμη, σας παρακαλώ!!

Καντής: Εντάξει! Εντάξει!! Αρκεί να μας πεις δημοσίως, ποιος σε έσπρωξε να κάνεις αυτήν την πράξη;

Καραφιστάν χανούμ : Ο Δήμαρχος! Κι ο Καρατάσος μπέης, και οι δυο τους Καντή μου!!

Δήμαρχος: Δε ντρέπεσαι Καραφιστάν χανούμ! Που σε είχα και σε εκτίμηση!!

Καρατάσος : (Στο αυτί της). Έτσι και μου τύχεις σε κανένα στενό, θα βρίζεις την ώρα και τη στιγμή, που γεννήθηκες!!!

Καντής: (Στην Καραφιστάν χανούμ). Μια και αποδέχθηκες την ενοχή σου και αναφέρθηκες κατονομάζοντας τους ηθικούς αυτουργούς, η ποινή σου, δε θα είναι μεγάλη.! Θα σε στείλω στον Πασά των Ιωαννίνων, για να καθαρίζεις τις σκάλες του χαρεμιού του, κι αυτό θα το κάνεις με ευλάβεια επί δύο ολόκληρα χρόνια!! Κατηγορούμενη, έχεις κάτι να προσθέσεις;;

Καραφιστάν χανούμ : Όχι Καντή μου! Σας ευχαριστώ για την επιείκειά σας!

Καντής: (Στο Σκαθάρι). Ο μηνυτής έχει κάτι να προσθέσει και αυτός, σε αυτά που είπε η κατηγορούμενη;;

Σκαθάρι: Σε ό,τι με αφορά, μπορεί ν' αποσυρθεί εν ειρήνη στο χαρέμι του Πασά των Ιωαννίνων! Εγώ δε διεκδικώ άλλη ποινή από αυτή που καθόρισε η σεπτή προσωπικότητά σας!

Καντής: Ταξινομήστε! Σφραγίστε! Και αρχειοθετήστε! Ο επόμενος παρακαλώ!!

Δημαρχοσ: Καλά να πάθεις Καραφιστάν χανούμ! Ήθελες να κάνεις του κεφαλιού σου!!

Μαυρίδης: Εγώ, κύριε Καντή, είμαι πολιτικός μηχανικός με μεγάλη εμπειρία στις μετρήσεις, κυρίως σε μετρήσεις, που αφορούν συρόμενες θύρες! Μέτρησα με ακρίβεια τη θύρα του κοκαλιάρη, και ο Δήμαρχος στη συνέχεια υπέβαλε πρόστιμο 240 γροσιών!

Καντής: Μηχανικέ, θα σε παρακαλούσα, εδώ μέσα, σε αυτό το χώρο όπου απονέμεται δικαιοσύνη, να μην προσβάλεις τον αντίδικό σου με εκφράσεις όπως «κοκαλιάρη»!! Πες μου λοιπόν, ποια ήταν η παράβασή του!!

Μαυρίδης: Μετά από αυτοψία, που έκανα, διαπίστωσα ότι η θύρα του εξείχε κατά πέντε πόντους από το ρυμοτομικό σχέδιο πόλεως και με το μήκος της κάλυπτε μισό τ.μ. από το δημοτικό χώρο!!

Καντής: Αυτή ήταν όλη η παράβαση; Και γιατί δε συνέχισες πιο πέρα, στο διπλανό οικόπεδο τις μετρήσεις σου, εκεί όπου οι τοιχοποιίες εξείχαν ένα μέτρο περίπου, καλύπτοντας 30 τ.μ. από το δημοτικό σας χώρο; Μηχανικέ, βλέπεις ότι είμαι καλά πληροφορημένος! Εσύ έχεις παραβλέψει το δάσος και ασχολήθηκες μόνο με ένα δενδρύλλιο!! Η συμπεριφορά σου δημιουργεί αγανάκτηση στη σύνθεση του δικαστηρίου μας, για αυτό πρέπει να τιμωρηθείς με την εσχάτη των ποινών! Επιπλέον έκανες και λανθασμένη μέτρηση στο μήκος της θύρας του! Αντί πέντε μέτρα, που είναι, την διπλασίασες και κοστολόγησες το πρόστιμο με βάση αυτά τα στοιχεία!!

Παπάς: Εδώ ο κατηγορούμενος προσβάλει και την πίστη μας! Κι αυτό το λέω επειδή ο μηχανικός αυτός είναι χριστιανός! Εν ολίγοις, δηλώνει ότι το ένα γίνεται δύο, δηλαδή διπλασιάζεται! Τη δυνατότητα αυτή, μόνο ο Ιησούς Χριστός μας την είχε!! Δε μπορεί ένας μηχανικός του Δήμου να δηλώνει ότι έχει τέτοιες υπεράνθρωπες θεϊκές ιδιότητες! Για το λόγο αυτό, τον καταδικάζω ν' αποσυρθεί για πέντε χρόνια σε μια μονή, όπως παραδείγματος χάριν, τη Μονή του Αγίου Εσφιγμένου, για να συγχωρεθεί από αυτήν την αμαρτία που τον βαραίνει!!

Μαυρίδης : Μα εγώ μόνο μια αυτοψία έκανα!! Δεν ήθελα να βλάψω τον κοκαλιάρη! Συγγνώμη Καντή μου, το Σκαθάρι ήθελα να πω! Ο Καρατάσος μπέης, ο άρχοντας της πόλης μας, με πίεζε προς αυτήν την κατεύθυνση!!

Καντής: Άι!! Κι εσύ αναθεματισμένε έκανες τα χατίρια του; Και τι λόγους είχε ο Καρατάσος μπέης να δίνει εντολές σε μηχανικούς του Δήμου; Μήπως σε δωροδοκούσε;; Και πόσα χρήματα σου έδωσε για όλες αυτές τις υπηρεσίες;

Καρατάσος : Εγώ, να έδωσα χρήματα;; Και για ποιο λόγο θα το έκανα; Ο μηχανικός αυτός είναι τρελός Καντή μου!! Και δεν ξέρει τι λέει!!

Καντής: Μηχανικέ, πρώτον έπεσες σε βαθύ αμάρτημα ιεροσυλίας και δεύτερον εξυπηρέτησες τα συμφέροντα του Καρατάσου μπέη για να τιμωρήσεις το Σκαθάρι! Πέρα από την ποινή, που υπέβαλε ο παπάς, εγώ σε δικάζω και σε ευνουχισμό προτού αποσυρθείς στην Αγία Μονή του Εσφιγμένου!

Μαυρίδης : Θα με ευνουχίσετε;; Όχι, όχι, αυτό είναι άδικο Καντή μου!!!

Καρατάσος : Ευνουχίστε τον Καντή μου, είναι ψεύτης και αυτό του αξίζει!!

Καντής: Σιωπή Καρατάσο μπέη! Εσύ θα μιλήσεις όταν θα έρθει η σειρά σου!! Κατηγορούμενε έχεις τίποτα να προσθέσεις σε αυτό;

Μαυρίδης : Στη μονή να με στείλετε Καντή μου, δεν έχω πρόβλημα, εκεί θα εκτίσω την ποινή μου, αλλά θα σας παρακαλούσα να μην με ευνουχίσετε!! Είμαι νέος, και πρέπει να κάνω οικογένεια, μη με καταδικάζετε σε στείρωση και για να σας αποδείξω την αφοσίωσή μου σε εσάς και στην κραταιή Αυτοκρατορία μας, προτίθεμαι να αλλάξω θρήσκευμα!!

Καντής: Δηλαδή είσαι αποφασισμένος! Παπά μου, εσύ έχεις καμία αντίρρηση γι' αυτό που προτείνει ο μηχανικός;;

Παπάς: Όχι, αλλά φοβάμαι ότι μπορεί να αντιδράσει το ποίμνιό μου! Προτιμώ λοιπόν να ευνουχισθεί πριν σταλεί στη μονή του Αγίου Εσφιγμένου!

Καντής: Τότε, ας ανακοινώσουμε την απόφαση του Δικαστηρίου!! (Κτυπάει το καμπανάκι και οι παρευρισκόμενοι σηκώνονται όλοι όρθιοι). Κατόπιν ταυτόχρονης, χριστιανικής και μουσουλμανικής συγκατάθεσης, και μόνο γι' αυτή τη φορά, δίχως αυτό να δημιουργεί προηγούμενο και για άλλες δίκες, ο μηχανικός θα ευνουχισθεί και θα σταλεί αμέσως στη Μονή του Αγίου Εσφιγμένου, όπου θα παραμείνει σε κελί για πέντε ολόκληρα χρόνια και με δικά του έξοδα!! Ταξινομήστε! Σφραγίστε και αρχειοθετήστε!! (Ο Μαυρίδης επιστρέφει στη θέση του και οι παρευρισκόμενοι κάθονται). Ο τρίτος κατηγορούμενος έχει το λόγο! (Σηκώνεται ο Κιοσέ Γκιολέκ).

Κιοσέ γκιολέκ : Εγώ, κύριε Δικαστά, όπως βλέπετε, εδώ και είκοσι χρόνια, είμαι ο προϊστάμενος μηχανικός της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου! Διατάχτηκα από το Δήμαρχο, να ελέγξω τα πεζοδρόμια του ονομαζόμενου «κοκαλιάρη»!

Καντής: Σας είπα και προηγουμένως, ότι δε θέλω να χρησιμοποιείτε τέτοιου είδους εκφράσεις!!

Κιοσέ γκιολέκ : Διορθώνω κύριε Δικαστά!! Διορθώνω!! Διατάχτηκα λοιπόν να ελέγξω τα πεζοδρόμια του σκαθαριού!

Καντής: Έτσι μπράβο! Και τι αποτέλεσμα βγάλατε;;

Κιοσέ γκιολέκ : Ομολογώ ότι δυσκολεύτηκα, γιατί τα πεζοδρόμιά του είχαν διαφορετικό πλάτος σε όλο το μήκος της τοιχοποιίας του!

Καντής: Και που η δυσκολία;;

Σκαθάρι: Καντή μου, είχε ξεχάσει να πάρει μαζί του κορδέλα και δε μπόρεσε να κάνει μία ακριβή μέτρηση!!

Καντής: Και έτσι έγραψες ό,τι σου κατέβηκε από το μυαλό σου!

Κιοσέ γκιολέκ : Με πίεζε κι ο Δήμαρχός μας, αλλά κι από την άλλη πλευρά ο Καρατάσος μπέης!!

Καντής: Κι εσύ έκανες το θέλημά τους επιβαρύνοντας την αυτοψία σου με λανθασμένα στοιχεία! Γραφέα, σημείωσέ τα αυτά παρακαλώ, λέξη προς λέξη!!

Δήμαρχος: Εγώ Καντή μου, δεν τον πίεζα! Και αυτά που λέει, είναι ψέματα, χοντρά ψέματα!! Αυτός είναι ο προϊστάμενος της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου, και ό,τι μου γνωματεύει, καλή μου πίστη, το αποδέχομαι και το υπογράφω! Τώρα αν αυτός έκανε λανθασμένες μετρήσεις, αυτό είναι απολύτως δικό του πρόβλημα! Δε μπορεί όλα τα στραβά να τα επιβλέπει ένας δήμαρχος!!

Καντής: Δήμαρχε, με αυτά που λες, εγώ δε συμφωνώ! Επειδή δικάζεται ο Κιοσέ Γκιολέκ, εγώ, θα περιοριστώ προς το παρόν, σ' αυτά που λέει αυτός! Το δικό σου το θέμα θα το εξετάσω όταν θα έρθει κι εσένα η σειρά σου!!

Κιοσέ γκιολέκ : Καντή μου, είμαι αθώος! Εάν δεν με υποχρέωνε ο Δήμαρχος, δε θα έκανα κακό στο Σκαθάρι! Σ' αυτήν την αυτοψία με παρέσυρε επίσης και η Καραφιστάν χανούμ! Εάν δεν την άκουγα δε θα γινόταν τίποτα! (Γυρνάει προς το Σκαθάρι). Συγγνώμη Σκαθάρι, αδελφέ μου, δεν είχα σκοπό να σε βλάψω!!

Παπάς: Τίποτα δεν αλλάζει με τις συγγνώμες σου! Ένα ευτυχισμένο Σκαθάρι, τώρα με τις πράξεις σου, το έκανες να είναι το πιο δυστυχισμένο πλάσμα του κόσμου!! Συγκλονιστική η συγγνώμη σου μηχανικέ, αλλά αυτό δεν ωφελεί σε τίποτα!! Ο νόμος οφείλει να είναι αδυσώπητος! Οφθαλμός αντί οφθαλμού και λανθασμένη δικαστική κρίση αντί λανθασμένης τεχνικής αυτοψίας!! Εγώ προτείνω να σε στείλουν στις φυλακές της Τριπολιτσάς για να εκτίσεις την ποινή σου! Εκεί, δίχως αποζημίωση και αμοιβή θα δουλέψεις δέκα ολόκληρα χρόνια, για την ανέγερση των νέων φυλακών, που θα στεγάσουν κλέφτες, ψεύτες και αμαρτωλούς της ευρύτερης περιοχής μας!! Ο Καντής τι γνώμη έχει, συμφωνεί με αυτά που πρότεινα;;

Καντής: Αν και η ποινή είναι σκληρή, αποδέχομαι την πρότασή σου! Ο κατηγορούμενος έχει να προσθέσει κάτι σ' αυτό που προτείνει ο παπάς;

Κιοσέ γκιολέκ : (Αναστατωμένος) Έεε σιγά Καντή μου! Παρασύρεστε από τη γνώμη ενός γκιαούρη;; Εγώ, ένας μουσουλμάνος, να τιμωρηθώ από ένα χριστιανό παπά;; Διαμαρτύρομαι γι' αυτήν την ποινή!!

Καντής: Η διαμαρτυρία σου απορρίπτεται!! Και δε σου επιτρέπω να βρίζεις τον παπά, ο οποίος έχει διαταχτεί από το Σουλτάνο μας να δικάσει κι αυτός!!!

Κιοσέ γκιολέκ : Αρνούμαι!!! Είναι μια φανερή αδικία!!

Καντής: Προσβολή στο Δικαστή! Προσβολή στον παπά! Είκοσι λίρες πρόστιμο για κάθε προσβολή! (Ο γραφέας γράφει με μεγάλη ταχύτητα και τα έγγραφα πολλαπλασιάζονται).

Κιοσέ γκιολέκ : Το ίδιο μου κάνει το πρόστιμό σας!! Εάν μπορούσα θα κρέμαγα αυτόν τον παπά, που προτείνει ποινές για μουσουλμάνους υπαλλήλους του Δήμου!

Καντής: Απόπειρα δολοφονίας σε δικαστή! Διακόσιες λίρες πρόστιμο και άλλα πέντε χρόνια σε καταναγκαστικά έργα!

Κιοσέ γκιολέκ : (Φωνάζει αγανακτισμένος, ψάχνοντας στήριξη στο ακροατήριο). Ακούτε κύριοι, φίλοι μου Μουσουλμάνοι; Μπορούμε να συναινέσουμε σε μια τέτοια απόφαση;

Καντής: Παρακίνηση για ξεσηκωμό στην γαληνοτάτη Αυτοκρατορία μας! Άλλες πεντακόσιες λίρες πρόστιμο! Σύνολο έχουμε είκοσι και είκοσι σαράντα και διακόσιες, διακόσιες σαράντα και πεντακόσιες, εφτακόσιες σαράντα λίρες πρόστιμο και δεκαπέντε χρόνια καταναγκαστικά έργα! Κατηγορούμενε, έχεις κάτι άλλο να προσθέσεις;

Κιοσέ γκιολέκ : (Ηρεμώντας αμέσως). Κυρ ... κυρ ... κύριε Δικαστά, σας ευχαριστώ πολύ! Δεν έχω τίποτα άλλο να προσθέσω!!

Καντής: Εφτακόσιες σαράντα λίρες πρόστιμο, στρογγυλά! Και δεκαπέντε χρόνια καταναγκαστικά έργα! Πληρώστε! Αποταμιεύστε! Καταγράψτε, αρχειοθετήστε και στείλτε προς εκτέλεση! (Όλος ο κόσμος κάθεται). Το λόγο έχει ο τέταρτος των κατηγορουμένων! (Δεν εμφανίζεται κανείς). Δεν εμφανίζεται κανείς; Περίεργο! Γραφέα, ποιος έχει σειρά παρακαλώ;

Γραφέας: Η Χουριγέ Βασιλείου, η υπεύθυνη της Πρόνοιας! Μάλλον, δεν πρέπει να βρίσκεται στην αίθουσα!

Καντής: Χουριγέ Βασιλείου!!! Χουριγέ!! Μήπως ξέρετε πού βρίσκεται;

Σκαθάρι: Στην Πρόνοια πρέπει να είναι Καντή μου!

1ος χωροφύλακας: Δεν ήταν εκεί, γι' αυτό και δεν την φέραμε!

σκαθάρι: Τότε θα κόβει βόλτες στην παραλία του Σαρωνικού!!

Καντής: Βόλτες στην παραλία του Σαρωνικού;; Και γιατί δεν βρίσκεται στην δουλειά της; Χωροφύλακα, πάρε δύο άνδρες μαζί σου και φέρτε την αμέσως εδώ! Η κατηγορία με την οποία βαρύνεται είναι σοβαρή και πρέπει οπωσδήποτε να δικαστεί!

1ος χωροφύλακας: Εντάξει Καντή μου! Θα τη βρούμε και θα τη φέρουμε αμέσως!!

Καντής: Συνεχίζουμε με τον πέμπτο κατηγορούμενο!

Αγγελάκος : Εγώ είμαι κύριε δικαστά! Ονομάζομαι Αγγελάκος, και σας έχω παραδώσει μία ένορκη βεβαίωση, όπως γνωρίζετε!

Καντής: Ναι, ναι, την εξέτασα! Αυτά, που γράφεις, είναι όλα αβάσιμα, δεν τεκμηριώνονται καθόλου! Δεν μπορεί να μην γνώριζες ότι είχαν γίνει εργασίες στην οικοδομή του Καρατάσου μπέη! Με αυτά, που κατέθεσες, φαίνεται ολοφάνερα ότι είπες ψέματα!!

Αγγελάκος : Ψέματα εγώ, για ποιο πράγμα;;

Καντής: Για ποιο πράγμα;; Με κοροϊδεύεις Αγγελάκο;; Έχω πιστοποιητικό της Αρχαιολογίας, της Χωροφυλακής, αλλά και της Πρόνοιας, που επιβεβαιώνουν το αντίθετο αυτού που έγραψες στην ένορκη αυτή βεβαίωση! Επιπλέον αναφέρεσαι και σε μια σημαία, μια βυζαντινή σημαία! Δεν ντρέπεσαι, εσύ, ένας Ρωμιός, να προδίδεις τα ιδανικά του έθνους σου, και να αναφέρεις ότι στο σπίτι του σκαθαριού κυματίζει μια βυζαντινή σημαία;

Αγγελάκος : Μα Καντή μου!!

Καντής: Δεν υπάρχει μα! Όποιος δε σέβεται τη σημαία του, δικαιολογημένα δε θα σεβαστεί και την οθωμανική!!

Αγγελάκος : Την οθωμανική τη σέβομαι, αλλά ...

Παπάς: Ανόητε, σταμάτα, σταμάτα να μιλάς απερίσκεπτα!! Η βυζαντινή σημαία συμβολίζει την ορθόδοξη πίστη μας! Είναι κατ' εξοχήν θρησκευτικό σύμβολο και όχι εθνικό! Ο Πορθητής, όταν πήρε την Πόλη, παραχώρησε δικαιώματα στον τότε Πατριάρχη μας, και ένα από αυτά τα δικαιώματα είναι να κυματίζει και ο δικέφαλος αετός, ως σύμβολο της εκκλησίας μας! Κατηγορούμενε, αυτό το γνώριζες;;;

Αγγελάκος : Όχι, δεν το γνώριζα αφού δεν παρευρισκόμουν στη συζήτηση!

Παπάς: Σιγά να μην σε είχαν κοντά τους όταν συζητούσαν τέτοια σοβαρά θέματα!! Εγώ Καντή μου, ως ποινή, προτείνω να σταλεί σε ένα κρυφό σχολειό, για να μάθει μερικά πράγματα για την πίστη μας και τη θρησκεία μας! Κι αν το επιτρέπετε, να βάλει κι αυτός στο σπίτι του μια βυζαντινή σημαία!

Καντής: Ακόμα μια βυζαντινή σημαία; Μήπως παρεξηγηθούν οι μουσουλμάνοι της περιοχής μας; Εγώ θα πρότεινα, για να αντισταθμίσω την κατάσταση, και μια καταπράσινη οθωμανική σημαία! Αυτές οι δύο σημαίες θα συμβολίζουν και την ενότητα των δύο εθνοτήτων μας!

Παπάς: Συμφωνώ απόλυτα!!

Καντής: Τότε, ας ανακοινώσουμε και πάλι την απόφαση του Δικαστηρίου!! (Όπως πάντα, χτυπάει το καμπανάκι και οι παρευρισκόμενοι σηκώνονται όλοι όρθιοι). Κατόπιν ταυτόχρονης συγκατάθεσης, του παπά, που εκπροσωπεί τη χριστιανική πίστη και της συγκατάθεσής μου, που εκπροσωπώ τη μουσουλμανική πίστη μας, ο κατηγορούμενος Αγγελάκος, λόγω ψευδορκίας, καταδικάζεται σε πέντε χρόνια φυλάκιση στις φυλακές του Αγρινίου!..

Αγγελάκος : Όχι, όχι, Καντή μου είστε άδικος!! Καρατάσο τι μου έκανες!! Σε εμπιστεύτηκα και δες τώρα τι παθαίνω!!

Καρατάσος : Σε όλα εγώ ευθύνομαι να πάρει!!

Αγγελάκος : Τον Παπατέρα γιατί τον έχεις;; Δε μπορούσε να με υπερασπιστεί;; Στο κάτω-κάτω, εσένα εξυπηρέτησα!!

Καντής: Κατηγορούμενε, μη διαμαρτύρεσαι!! Η κραυγή σου και η αγανάκτησή σου δε βγάζει πουθενά! Ό,τι έσπειρες, αυτό θα θερίσεις!! Στο κελί σου, όπου θα παραμείνεις, θα έχεις κρεμασμένη μια βυζαντινή και μια οθωμανική σημαία, όπως συμφωνήσαμε εγώ κι ο παπάς! Ταξινομήστε! Σφραγίστε και αρχειοθετήστε, όπως συνήθως γραφέα!... Και στείλτε τον στις φυλακές δίχως καθυστέρηση!!! (Ο Αγγελάκος λιποθυμάει). Ο έκτος κατηγορούμενος της σειράς, έχει το λόγο!

Εμμανουέλα : Εγώ είμαι αξιότιμε κύριε Δικαστά! Ονομάζομαι Εμμανουέλα κι είμαι η μέλλουσα σύζυγος του Τάσου Καρατάσου!! Αν και δεν προλάβαμε να παντρευτούμε ακόμα, όταν θα έρθει η κατάλληλη στιγμή, θα γίνει κι αυτό. Θα κάνουμε έναν πλούσιο και φανταχτερό γάμο, που θα ζηλεύει όλος ο κόσμος!! Πηγαίνω πάντα στις εκκλησίες μας και προσεύχομαι για να γίνει αυτό το θαύμα!

Καντής: Συγκλονιστική η ιστορία σας! Αλλά παρακαλώ, ελάτε στο θέμα!!

Εμμανουέλα : Ποιο θέμα κύριε Δικαστά;;

Καντής: Δεν ξέρετε ότι κατηγορήστε για συνέργεια σε βιαιοπραγία;; Την επομένη των Χριστουγέννων, βρεθήκατε μαζί με τον Καρατάσο μπέη στον οδό Κακίας! Εκεί, ο Καρατάσος, ο μέλλων σύζυγός σας, επιτέθηκε στο Σκαθάρι, προκαλώντας του τραύματα, ενώ εσείς παρακολουθούσατε το γεγονός και φωνάζατε λέγοντάς του «βάρα τον, βάρα τον, αυτό του αξίζει!!». Δεν γνωρίζετε ότι είστε κι εσείς εμπλεκόμενη και διώκεστε γι' αυτήν την πράξη σας;;

Εμμανουέλα : Εγώ δεν έκανα τίποτα!! Τάσο, που με παρέσυρες! Ανόητε, κουκούτσι μυαλό δεν είχες!

Καρατάσος : (Με χαμηλή φωνή). Μανουέλα, σώπα!! Είσαι τρελή, θα μας κάνεις να καούμε όλοι!!

Εμμανουέλα : Δεν πρόσεξες ότι ένας-ένας, όλοι πάνε φυλακή; Εδώ δεν υποστήριξες ούτε τον φίλο σου, τον Αγγελάκο, και τον άφησες δίχως συνήγορο υποστήριξης να δικαστεί!! Μήπως σκοπεύεις να κάνεις το ίδιο και για μένα; Ο Παπατέρας που είναι;; Γιατί δεν με υπερασπίζεται;;

Καρατάσος : Παπατέρα!! Παπατέρα!! Που είσαι; Εδώ η κυρά κινδυνεύει να πάει φυλακή! Κάνε κάτι να τη σώσεις!!

Παπατέρας : Κινδυνεύει ... χικ ... να πάει ... χικ φυλακή ... χικ; Και γιατί ... χικ;

Καρατάσος : Εμένα ρωτάς; Εσύ είσαι ο δικηγόρος μας!!

Παπατέρας : Κύριε Καντή ... χικ παρακαλώ ... χικ ...!!

Καντής: Να μην παρακαλάς τίποτα!! Να παρακαλάς τον Αλλάχ και τους αγίους να σε προστατεύουν, διότι όπως βλέπω, στην εξέλιξη αυτής της υπόθεσης, η θέση σου είναι πολύ δύσκολη!!

Παπατέρας : Δύσκολη ... χικ ... κι η δική μου; χικ ... Δύσκολη χικ ... τι να εννοεί άραγε;; ... χικ ...!!

Καντής: Έννοια σου, θα τα πούμε όταν έρθει κι η δική σου η στιγμή, κύριε συνήγορε της υπεράσπισης!! Κατηγορουμένη, απάντησε σε αυτά, που ρώτησα!! Γιατί τη στιγμή της βιαιοπραγίας, εσύ φώναζες «βάρα τον! Βάρα τον! Αυτό του αξίζει!»;

Εμμανουέλα : Κύριε Δικαστά, αξιότιμε κύριε Δικαστά, όπως σας είπα, εγώ δε φταίω σε τίποτα! Όλα αυτά, αυτός ο άνθρωπος τα έκανε! (Δείχνει τον Καρατάσο). Κι έπειτα, δε φανταζόμουν ότι τα πράγματα θα εξελίσσονταν έτσι! Συγγνώμη κύριε Δικαστά! Συγγνώμη Σκαθάρι, εάν με τη συμπεριφορά μου σε έβλαψα!! Σε διαβεβαιώνω ότι δεν είχα κακό σκοπό!!

Καντής: Σκαθάρι, έχεις να προσθέσεις κάτι σε αυτά, που είπε η κατηγορουμένη;;

Σκαθάρι: Καντή μου, επειδή αυτή η κυρία συνεργάστηκε με τον κατηγορούμενο στήνοντας μαζί του ενέδρα, εγώ, δεν θα τη συγχωρήσω έστω κι αυτή την ύστατη ώρα, που πέφτει παρακαλετή, μπροστά στα πόδια μου! Θα σας παρακαλούσα να πράξετε αυτό που καθορίζει το Δίκαιό μας!!

Καντής: Εντάξει, εντάξει Σκαθάρι! (Χτυπάει και πάλι για να ανακοινώσει την ποινή. Σηκώνονται όλοι). Κατόπιν άρνησης συμφιλίωσης του μηνυτή, η κατηγορούμενη, ονομαζόμενη Εμμανουέλα, καταδικάζεται σε πέντε χρόνια φυλάκιση στις γυναικείες φυλακές της Τριπολιτσάς και στη συνέχεια, αφού εκτίσει την ποινή της εκεί, θα μεταφερθεί στο παλάτι του Σουλτάνου μας, για να καθαρίζει επί άλλα πέντε ολόκληρα χρόνια, τα λουτρά του σαράι ...

Εμμανουέλα : Αχ! Ζαλίζομαι!! Τάσο, δεν ξέρω τι μου συμβαίνει!!... (Πέφτει κάτω).

Καρατάσος : Εμμανουέλα!! Εμμανουέλα!! Συγγνώμη αγάπη μου!! Το ξέρεις καλά ότι εγώ δεν έφταιξα!! Αυτός ο κοκαλιάρης είναι η αιτία όλων των κακών, που μας συνέβηκαν!! Κύριε Δικαστά κάντε κάτι, χάνω τη γυναίκα μου!! Δεν το βλέπετε;;

Καντής: Κατηγορούμενε, έτσι κι αλλιώς είσαι καταδικασμένος να τη χάσεις! Χωροφύλακες, πάρτε αυτήν την κυρία από εδώ και μεταφέρετέ την στο δημόσιο θεραπευτήριο! Και επίσης περιφρουρήστε την καλά και προσέξτε μη σας φύγει!!

Χωροφύλακας: Στις διαταγές σας κύριε δικαστά!! (Μαζεύουν την Εμμανουέλα και τη βγάζουν έξω από την αίθουσα, τους ακολουθεί ο Καρατάσος).

Καντής: Έεε! Εσύ, πού πας πονηρέ;; Νομίζεις ότι έτσι εύκολα θα ξεφύγεις;; Έλα εδώ μπροστά και κάτσε σ' αυτό το σκαμνί! Εδώ! Εδώ! (Ο Καρατάσος κάνει ότι δεν καταλαβαίνει) Εδώ, σ' αυτό το σκαμνί είπα! Μου φαίνεται ότι είσαι και κουφός!! Γραφέα, ταξινόμησε το φάκελο της κυρίας, σφράγισέ τον και στείλε τον για διεκπεραίωση στις γυναικείες φυλακές της Τριπολιτσάς!! (Οι παρευρισκόμενοι κάθονται) Ο επόμενος ενάγων έχει το λόγο! Θα παρακαλούσα να είναι σύντομος, διότι έχω κι άλλες υποθέσεις να δικάσω! (Ο Δήμαρχος σηκώνεται και κατευθύνεται προς το δικαστή).

Δήμαρχος: Εγώ κύριε Δικαστά, κύριε Καντή, αξιότιμε κύριε Καντή! Εξοχότατε άρχοντα της Βασιλεύουσάς μας!!

Καντής: Κατηγορούμενε, άφησε κατά μέρος τα κύριε, τα αξιότιμε και τα εξοχότατε κι έλα στο θέμα!! Γιατί εκφοβίζεις με τέτοιο πάθος το Σκαθάρι; Τι σοβαρές παρανομίες έχει κάνει, που εσένα σε ενοχλούν;;

Δήμαρχος: Έχει κάνει αρκετές παρανομίες Καντή μου! Πρώτον, φύτεψε δέντρα στα δύο πεζοδρόμιά του!!

Καντής: Και τι κακό έχει αυτό;; Θεωρείς ότι είναι αδίκημα να φυτέψεις δέντρα;;

Δήμαρχος: Βεβαίως κι είναι αδίκημα!! Έχει φυτέψει νεραντζιές κι άλλα τέσσερα κυπαρίσσια!!

Καντής: Τα δέντρα είναι ιερά δημιουργήματα! Προστατευμένα από τον Προφήτη μας! (γυρνάει στον παπά) Νομίζω ότι κι ο δικός σας Προφήτης, παπά μου, λάτρευε τα δέντρα!

Παπάς: Έτσι είναι Καντή μου! Όπως το λες!! Λάτρευε κυρίως τους ελαιώνες, τους φοίνικες και όλα τα κυπαρισσοειδή!!

Καντής: Δύο προφήτες να λατρεύουν τα δέντρα και τη φύση και εσύ, ο Δήμαρχος της Βαρηούπολης, να τα μισείς!! Δεν έχει ακουστεί τέτοιο πράγμα!!

Δήμαρχος: Μα δε μισώ όλα τα δέντρα Καντή μου!!

Καντής: Δηλαδή ομολογείς ότι ασχολήθηκες μόνο με αυτά τα δέντρα του σκαθαριού!!

Δήμαρχος: Ναι! Όχι! Ήθελα να πω ... αλλά!!...

Καντής: Δήμαρχε άφησε τα ναι, τα όχι και τα αλλά ... (Πετιέται το Σκαθάρι).

Σκαθάρι: Ψέματα λέει Καντή μου! Εδώ και τρία χρόνια έχει ψηφίσει ένα νόμο με τον οποίο τιμωρεί τον κάθε πολίτη που φυτεύει δέντρα στο δρόμο!!

Καντής: Αθεόφοβε, ψήφισες τέτοιο νόμο, που προσβάλει τη φύση;; Τη μάνα φύση, βρε γρουσούζη;; Αντί να πολλαπλασιάσεις τα αγαθά της, εσύ, αντιθέτως, τα καταστρέφεις!! Σου βάζω πέντε χρόνια φυλακή, μόνο και μόνο γιατί έχεις βάλει σκοπό να καταστρέψεις το περιβάλλον! Κανονικά, μόνο γι' αυτό το αδίκημα, έπρεπε να σε είχα κρεμάσει!!

Δήμαρχος: Όχι Καντή μου! Είστε πολύ σκληρός!!

Καντής: Σκληρός, όπως ήσουν κι εσύ, όταν εφάρμοζες πρόστιμα στο Σκαθάρι! Επίσης, θα διπλασιάσω την ποινή σου, γιατί όλα αυτά, τα έκανες για να φοβερίσεις και να εξοντώσεις το Σκαθάρι!!

Δήμαρχος: Όχι, όχι άλλη φυλακή!! Ίσως να τον φοβέριζα, αλλά δεν είχα εγώ προσωπικά σκοπό να τον εξοντώσω!! Αυτός εδώ, ο Καρατάσος μπέης, με πίεζε για όλα!!

Καντής: Κι εσύ, ακολουθούσες κατά γράμμα ό,τι σου έλεγε!! Δε μου λες κατηγορούμενε, πόσα λεφτά πήρες για να εξυπηρετήσεις τον Καρατάσο;

Δήμαρχος: Εσταφουρουλάχ! Καντή μου! Με προσβάλλετε με αυτά που λέτε! Εγώ δεν πήρα ούτε γρόσι! Είμαι έντιμος δήμαρχος!

Καντής: Δεν πήρες πενήντα χρυσές λίρες, για να κυνηγήσεις το Σκαθάρι;;

Δήμαρχος: Όχι, όχι. σας ορκίζομαι!

Καντής: Τότε, αυτό το πουγκί με τις πενήντα χρυσές λίρες, πώς το κέρδισες; Έκανες άλλες παράνομες δραστηριότητες; Εκβίασες κι άλλους πολίτες;;

Σκαθάρι: Κύριε Καντή, έχετε ξεχάσει κάτι!! Τα διακόσια σαράντα γρόσια πρόστιμο, που μου εφάρμοσε για την συρόμενη πόρτα μου!!

Καντής: Αχ ναι, αυτό πραγματικά μου ξέφυγε!! Για πες μου λοιπόν Δήμαρχε, γιατί εφάρμοσες πρόστιμο στη συρόμενη πόρτα του σκαθαριού;; Είχες το δικαίωμα να το πράξεις;

Δημαρχοσ: Για να είμαι ειλικρινής Καντή μου, αυτός εδώ, ο καταραμένος άνθρωπος, με πίεζε και πάλι!

Καρατάσος : Καταραμένος, εγώ! Είσαι ψεύτης Δήμαρχε! Εγώ δε σε πίεσα καθόλου! Πρώτον, δεν ξέρω για ποια πόρτα μιλάς!!

Καντής: (Στον Καρατάσο)Εσύ κατηγορούμενε, θα μιλήσεις όταν θα έρθει η σειρά σου!! Λοιπόν Δήμαρχε, και γι' αυτήν την πόρτα σε πίεζε και πάλι αυτός ο κατηγορούμενος;; (Δείχνει τον Καρατάσο).

Δήμαρχος: Ναι, εγώ δε φταίω σε τίποτα!!

Καντής: Όχι και δε φταις σε τίποτα!! Όλα αυτά, μαζί με τον Καρατάσο μπέη τα διοργάνωσες! Αναμφισβήτητα, είσαι το δεύτερο σημαντικό μέλος αυτής της εκβιαστικής συμμορίας!! Μη δικαιολογείσαι και επιβαρύνεις περισσότερο τη θέση σου!! Το δικαστήριό μας αποφάσισε να σε δικάσει για εκφοβισμό και εκβιασμό, συνεργασία και συμπαιγνία με έναν βιαιοπραγούντα, για δωροδοκία και εφαρμογή παράνομων προστίμων, αλλά και για καταστροφή του περιβάλλοντος σε βαθμό κακουργήματος!! Για όλες αυτές τις πράξεις σου, θα φυλακιστείς για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια δίχως κανένα δικαίωμα αναστολής!!

Δήμαρχος: Είναι μια μεγάλη αδικία! Μάλλον μου φαίνεται ότι τρελαθήκατε!!

Καντής: Προσβολή στο Δικαστή! Διακόσιες λίρες πρόστιμο!

Δήμαρχος: Το ίδιο μου κάνει για το πρόστιμό σας! Κι εγώ θα έδινα την περιουσία μου για να δω αυτό το Σκαθάρι κρεμασμένο στα ψηλά!

Καντής: Απόπειρα δωροδοκίας!! Τετρακόσιες λίρες πρόστιμο!!

Δήμαρχος: (Στο κοινό). Δεν είναι δυνατόν, εγώ σαν Δήμαρχος, να μην εισακούομαι!! Εάν δεν το τιμωρήσετε, θα το τιμωρήσω εγώ, με την εσχάτη των ποινών!

Καντής: Απόπειρα ανθρωποκτονίας! Πέντε χρόνια φυλάκισης επιπλέον!!

Δήμαρχος: Θα αποταθώ στον Πασά της περιφέρειας ή και στο Σουλτάνο! Εν γένει, και στις ξένες δυνάμεις, για να παραμείνω στο δημαρχείο μου!!

Καντής: Τι είπες αθεόφοβε, προδότη, αρβανίτη!! Ξένες δυνάμεις είπες; Δικάζεσαι άλλα δέκα χρόνια φυλακή για συνεργασία και συμπαιγνία με ξένες δυνάμεις!! Κατηγορούμενε, έχεις κάτι άλλο να προσθέσεις;;

Δήμαρχος: (Ζαλισμένος) Όχι ... Όχι ... (τρέμει) κύριε Δικαστά! Αξιότιμε κύριε Δικαστά!! Εξοχότατε!! Σας ευχαριστώ πολύ και δεν έχω τίποτα άλλο να προσθέσω!! Μόνο θα ήθελα κάτι να παρατηρήσω στην εξοχότητά σας! Παραιτούμαι από τις αξιώσεις μου για τα πρόστιμα, που επέβαλα στο Σκαθάρι!!

Καντής: (Διακόπτοντας τον Δήμαρχο). Δεν είναι ανάγκη να το κάνεις εσύ! Θα το κάνει ο νέος δήμαρχος, που θα αναλάβει τα καθήκοντά του από την άλλη εβδομάδα!

Δήμαρχος: Χάνω και τη θέση μου; Τον τίτλο μου;; Αχ, τι μου έκανες γρουσούζη Καρατάσο!!

Καντής: Δημεύεται κι όλη σου η περιουσία, που απέκτησες από την ημέρα που κέρδισες αυτό το αξίωμα!! (Χτυπάει το καμπανάκι κι όλοι σηκώνονται). Πέντε, δέκα, δεκαπέντε, είκοσι, τριάντα χρόνια, και διακόσιες και τετρακόσιες, κάνουν εξακόσιες λίρες στρογγυλά! Πληρώστε, αποταμιεύστε, καταγράψτε και αρχειοθετήστε!! Το λόγο έχει ο κατηγορούμενος Καρατάσος!! (Στο βάθος ακούγονται φωνές. Οι χωροφύλακες φέρνουν δεμένη, την Χιουριγέ Βασιλείου μπροστά στον Καντή. Η Χιουριγέ διαμαρτύρεται γι' αυτή τη συμπεριφορά των χωροφυλάκων).

Χιουριγέ: Μια γυναίκα! Μια τίμια γυναίκα να την υποχρεώνετε σε τέτοια δοκιμασία!! Είστε τέρατα, απάνθρωποι!!

Καντής: Εεχ γυναίκα, πού νομίζεις ότι βρίσκεσαι; Στο στάβλο της Πρόνοιας; Εδώ είναι δικαστήριο, εάν δεν το έχεις αντιληφθεί ακόμα!!

Χιουριγέ: Και γιατί με θέλετε εδώ στο δικαστήριο; Εγώ είμαι μια έντιμη υπάλληλος της Πρόνοιας!

Καντής: Αυτό, εσύ το λες! Άφησε να σε κρίνω κι εγώ κυρία μου! Κατηγορείσαι για συμμετοχή σε συμμορία και έκδοση ψεύτικου εγγράφου με σκοπό την τιμωρία του σκαθαριού!

Χιουριγέ: Εγώ, γι΄ αυτήν την υπόθεση, ζήτησα συγγνώμη από το Σκαθάρι κι έστειλα επίσημο έγγραφο, με το οποίο ανακάλεσα αυτά τα λάθη, που είχαν γίνει!!

Καντής: Λάθη τα λες αυτά κατηγορουμένη!! Μήπως εννοείς ότι είναι και πταίσματα;; Σκαθάρι, είναι αλήθεια ότι η κατηγορούμενη σου ζήτησε συγγνώμη;

Σκαθάρι: Έτσι είναι Καντή μου! Τις προάλλες, πέρασε και από πειθαρχικό!

Καντής: Τότε, πρέπει να τι δικάσω με επιείκεια! (Χτυπάει το καμπανάκι και σηκώνεται για να ανακοινώσει την ποινή. Σηκώνονται όλοι). Κατόπιν του συμφιλιωτικού κλίματος, που υπάρχει ανάμεσα στις δύο πλευρές, θα υποβάλω την κατηγορουμένη μόνο σε εκατό λίρες χρηματικής ποινής, όμως θα την υποχρεώσω να ζητήσει δημοσίως συγγνώμη, γι' αυτό, που έκανε στο Σκαθάρι!

Χιουριγέ: Εμένα κύριε Δικαστά, με παρέσυρε αυτός ο κύριος!! (Δείχνει τον Καρατάσο). Ίσως να έκανα ένα λάθος, αλλά μόλις το αντιλήφθηκα προσπάθησα να διορθώσω τα κακώς κείμενα! Ειλικρινά ζητώ συγγνώμη από το Σκαθάρι! (Πέφτει στα πόδια του). Σκαθάρι, εάν για κάποια στιγμή σε έβλαψα, συγχώρεσέ με! Συγχώρεσέ με!! ... Σε παρακαλώ!!!

Καντής: Εντάξει, εντάξει κατηγορούμενη! Μπορείς να σηκωθείς! Γραφέα, αποταμιεύστε τις εκατό λίρες, καταγράψτε την κατάθεσή της, και αρχειοθετήστε την!! (Όλος ο κόσμος κάθεται). Το λόγο έχει ο κατηγορούμενος Καρατάσος! (Ο Καρατάσος, η Χρυσαλίδα και ο Παπατέρας προσπαθούν σιωπηρά, να διαφύγουν από την πλαϊνή πόρτα. Τους βλέπει το Σκαθάρι και ειδοποιεί τον δικαστή).

Σκαθαρι: Κύριε Δικαστά! Κύριε Δικαστά!! Ο Καρατάσος προσπαθεί να το σκάσει! Επίσης ο δικηγόρος του κι η αδελφή του!

Καντής: Χωροφύλακες! Κλείστε καλά τις πόρτες! Μη φύγει κανένας από εδώ!! Ποιος έχει σκοπό να φύγει από το Δικαστήριο; (Στον Καρατάσο). Εσένα δε σου είπα να καθίσεις εδώ; Εδώ, μπροστά μου!! (Επιστρέφουν και οι τρεις στις θέσεις τους).

Καρατάσος : Κύριε δικαστά, η ακροαματική διαδικασία κράτησε πολύ! Κουράστηκα να παρακολουθώ όλη αυτήν την υπόθεση και σκέφτηκα να κάνω ένα μικρό περίπατο, έξω στον κήπο, για να πάρω λίγο αέρα!!

Καντής: Κι εμείς εδώ, τι είμαστε κατηγορούμενε;; Δεν έχουμε ψυχή; Εσύ μόνο έχεις ανάγκη από καθαρό αέρα;; Έννοια σου, δε θα σε καθυστερήσω,(δείχνει την Χρυσαλίδα) όπως και δε θα καθυστερήσω και την κατηγορούμενη!!

Χρυσαλίς : Θα δικάσετε κι εμένα κύριε δικαστά;; Εγώ τι έκανα η κακομοίρα, που έμπλεξα σε ένα κυκεώνα;; Αχ!! Τάσο, τι μου έκανες, σου έλεγα να συμμορφωθείς, αλλά εσύ δε μ' άκουγες!!

Παπατέρας : Κυρία ... χικ ... Χρυσαλίς χικ εγώ ... χικ εδώ είμαι ... χικ, θα κάνω ... τα πάντα ... χικ ... για να ... χικ σας προστατέψω ... χικ ... αλλά πρέπει πρώτα ... χικ ... να μου πληρώσετε ... χικ το παράβολο ... χικ ...

Χρυσαλίς : Να πληρώσω και πάλι!! Τι είναι αυτά, που λες Παπατέρα;;;

Καρατάσος : Τόσα λεφτά μας πήρες αχόρταγο τρωκτικό! Και τώρα, μας ζητάς κι άλλα;;;

Καντής: Δε χρειάζεται παράβολο! Έτσι κι αλλιώς, δικάζεστε!!

Καρατάσος : Δικαζόμαστε;; Και δίχως αιτιολογία;; Δίχως υπεράσπιση;;

Καντής: Ναι, δίχως απολογία και δίχως υπεράσπιση! Εξάλλου, αυτό δε θα σας ωφελήσει σε τίποτα! (Χτυπάει το καμπανάκι κι όλοι σηκώνονται). Γραφέα, παρακαλώ σημειώστε αυτά που θα πω! Κατηγορούμενε, εσύ δικάζεσαι για βιαιοπραγία, εξύβριση κατά εξακολούθηση και συρροή, σύσταση συμμορίας με σκοπό τον εκβιασμό κι εκφοβισμό, δωροδοκία προς δημόσιο υπάλληλο!!

Καρατάσος : Σύσταση συμμορίας! Δωροδοκία! Εξύβριση κατά συρροή κι εξακολούθηση!!

Καντής: Δέκα, είκοσι, σαράντα και είκοσι, εξήντα χρόνια φυλάκιση και δίχως αναστολή!!

Καρατάσος : Εξήντα χρόνια κύριε Καντή μου;; Αξιότιμε Καντή μου, θα ζήσω εξήντα χρόνια για να εκτίσω αυτήν την ποινή;; Είμαι εξήντα έξι ετών!

Καντής: Δεν ξέρω πόσο θα ζήσεις, αλλά όσα χρόνια κι αν ζήσεις, θα τα περάσεις στη φυλακή!!

Καρατάσος : Μακριά από την Εμμανουέλα;;

Καντής: Γιατί, θέλεις να πας στις γυναικείες φυλακές; Πάντως, εάν έχεις σκοπό να πας εκεί, πρέπει να αποδείξεις ... (τον διακόπτει ο Καρατάσος).

Καρατάσος : Δεν θέλω τίποτα να αποδείξω, εξοχότατε Δικαστά! Δεν θέλω τίποτα!!

Καντής: Κι εσύ κατηγορουμένη, δικάζεσαι σε επτά χρόνια φυλάκισης για συμμετοχή σε συμμορία, για ψευδορκία κατά συρροή κι εξακολούθηση και δωροδοκία σε δημόσιους υπάλληλους του Οθωμανικού κράτους!! (Η Χρυσαλίς σωριάζεται στο πάτωμα). Θα οδηγηθείς στις γυναικείες φυλακές της Τριπολιτσάς!!

Καρατάσος : Αδελφούλα! Τι έπαθες; Αδελφούλα μου σύνελθε, φυλακή είναι! Για σένα γρήγορα θα περάσει!! (Ο Παπατέρας προσπαθεί και πάλι να το σκάσει, επεμβαίνει ο παπάς).

Παπάς: Εσύ, κύριε συνήγορε, για πού το έβαλες;;

Παπατέρας : Κύριέ μου ... χικ ... έχω ... χικ μια άλλη υπόθεση ... χικ ... να παραστώ ... χικ ... στη διπλανή ... αίθουσα ... χικ ... !!

Παπάς: Παλικάρι μου, μια στιγμή! Μη φύγεις έτσι!! Εσύ έχεις το δικαίωμα να πεις την άποψή σου! Το έντιμό μας δικαστήριο, δε θα σου το αρνηθεί! Εσύ δεν είχες εκφράσει μια κατηγορία γι' αυτό το Σκαθάρι; Δεν είχες συντάξει οκτώ μηνύσεις και πέντε αγωγές;; Δεν πρέπει να εκδικαστούν; Να ακουστεί κι η άποψή σου!

Παπατέρας: Εγώ, κύριοι Δικαστές ... χικ ...;; Έχω συντάξει ... χικ στο όνομα ... χικ όλων των Αγίων ... χικ, του προφήτου και του Αλλάχ ... χικ, ότι δεν είμαι αυτός ... χικ που νομίζετε ... χικ ...!! Λάθος κάνετε ... χικ!! Δεν είμαι ούτε ... χικ ... δικηγόρος ... χικ ...!! (Αργά αργά σβήνουν τα φώτα). Και όλους ... χικ τους κυρίους αυτούς ... χικ δεν τους ξέρω ... χικ!! Με την άδειά σας ... χικ!! Με την άδειά σας, χικ ... κύριοι Δικαστές ... χικ κύριε γραφέα!! (Το σκάει, τρέχοντας ξανά, προς την πόρτα. Σβήνουν τα φώτα και ακούγονται φωνές, κλάματα κι οδυρμοί. Οι χωροφύλακες προσπαθούν να βάλουν τάξη).

Καρατάσος :

Με τόσα, που μας άρπαξες,

με τόσα, που μου πήρες Παπατέρα

δε μπόρεσες να το πατήσεις το Σκαθάρι μας

και να το κάνεις πέρα!!

Και με τιμώρησαν εμέ οι δικαστές,

χρόνια έξι φορές το δέκα,

την αδελφή μου Χρυσαλή εφτά

και την Εμμανουέλα άλλα δέκα!!

Δήμαρχος:

Για να σ' ακούσω Τάσο μου

έχασα όλο μου το τσιφλίκι

και μες στα σίδερα, τώρα

θα με τρομοκρατούν οι λύκοι!!

όλοι μαζί:

(Γελώντας χαρωπά).

Δήμαρχε κοντόφθαλμε

κι αποτυχημένε δικηγόρε Παπατέρα!

Εσύ ο πρώτος, ένας διαφθαρμένος εκβιαστής

κι εσύ ο δεύτερος, μια λέρα!

Τα καταφέρατε κι οι δυο τρελοί

και τον διαλύσατε τον Καρατάσο τον φοβέρα!!

Σκαθάρι: 

Δήμαρχε κοντόφθαλμε

κι αποτυχημένε Παπατέρα!!

Εσύ ο πρώτος, ένας διεφθαρμένος εκβιαστής

κι εσύ ο δεύτερος, μια λέρα!

ΤΕΛΟΣ


Φλαντανέλλα


Τρόπαιο θεατρικό δραματικό έργο σε πέντε πράξεις

του Ιωάννη Μποζίκη

( εκδόθηκε το 2006 )

Λογοτεχνικό βραβείο Θεατρικού έργου  LUIGI  CAPUANA 2006


Ο ανδρείος και γενναίος, από τις Συρακούσες, Ρωμαίος Φλαντανέλλα[1](Francesco Lecanella ή Φλαντανελά), ναύαρχος του Βυζαντινού Αυτοκρατορικού πλοίου, με τη βοήθεια των γενναίων ναυάρχων των τριών γενοβέζικων πλοίων, κυρ-Βαπτίσιου Φελιτσιάνου, κυρ-Μαυρίκιου Κατανέου και κυρ-Δομένικου του Ναβαρέου, κατέπτωσε τους Τούρκους, στην ονομαστή ναυμαχία της 20ης Απριλίου του 1453, απέναντι της Κωνσταντινουπόλεως, μεταξύ χριστιανικών πλοίων και σύμπαντος του οθωμανικού στόλου, δίνοντας την τελική νίκη στους Ρωμαίους Κωνσταντινουπόλεως.

Κατά την απροσδόκητη σύγκρουση, εφονεύθησαν, δώδεκα χιλιάδες Τούρκοι, χωρίς να σκοτωθεί κανένας από τους Γενουάτες και Ρωμαίους. Πληγώθησαν, μόνο, μερικοί , από τους οποίους, δυο-τρεις, πέθαναν μετά από μερικές μέρες.


Σαν εισαγωγή


Είναι μέσα Μαρτίου του 1453. Η Ρωμαϊκή Ανατολική Αυτοκρατορία, συρρικνωμένη στα όρια των Θεοδοσιανών τειχών της Πόλης, ζει τις τελευταίες στιγμές του ιστορικού της βίου. Ο Σουλτάνος ή αμίρης των Οθωμανών, ο Μεχμέτ ο Β΄, με ζήλο ξεκινάει την πολιορκία της Πόλης, στήνοντας την πολεμική μηχανή του γύρω από τα Θεοδοσιανά τείχη. Ρωμαίοι, Γενουάτες, Βενετσιάνοι, Καταλάνοι, Λίγυρες, Τούρκοι Ορχανίδες, τουρκόφωνοι Καραμανλήδες και Ρώσοι, αποτελούν το προστατευτικό σώμα των χριστιανών, που υπερασπίζεται τον τελευταίο Βασιλέα των Ρωμαίων, Κωνσταντίνο Παλαιολόγο Δραγάζη. Ο Χιώτης Γενοβέζος, Giovanni Giustiniani Longo, γενναίος και έμπειρος στον πόλεμο, ονομάζεται «Πρωτοστάτωρ» των χερσαίων δυνάμεων της Βασιλεύουσας.

Την ίδια εποχή, στη Δύση, στην περίφημη Γένουη ή Γένοβα, που διατηρεί ακόμη σημαντικότατα προνόμια στην Κωνσταντινούπολη και σ' όλο το Αιγαίο (Χίο, Μυτιλήνη, Τένεδο, Ίμβρο και Σμύρνη), συνεχίζεται ανελέητα η παλαιά και τρομερή έριδα μεταξύ Γουέλφων και Γιβελίνων, που κατασπαράζει τη Δημοκρατία, όπου και κορυφώνεται με τις εξεγέρσεις των Ντόρια, Σπινόλα, Γριμάλδη και Φιέσκη.

Οι φατρίες των Ντόρια και Σπινόλα, αντιπροσωπεύουν όσους ακολουθούσαν τους αυτοκράτορες του Βυζαντίου. Οι δε Γριμάλδοι και Φιέσκοι, έχουν ταχθεί με το μέρος της Αγίας Έδρας. Για ένα μικρό διάστημα, Γουέλφοι και Γιβελίνοι, αντικαταστάθηκαν με πραξικοπήματα από τις φατρίες των Αντόρνη, Φρεγκόζα, Γκουάρα και Μοντάλδο. Για να απαλλαγεί από την έριδα του σπαραγμού, η Δημοκρατία της Γένουης προσέτρεξε στην επικουρία των δουκών του Μιλάνου και των βασιλέων της Γαλλίας.

Κατά την περίοδο αυτή, οι φατρίες, με τη βοήθεια των δουκών του Μιλάνου και των βασιλέων της Γαλλίας, καταργώντας τον ισόβιο τίτλο του Δόγη, κατέλαβαν την αρχή, με τον τίτλο των «Προστατών της Ελευθερίας της Γένουης», εγκαθιδρύοντας τον «Αββά του Λαού», ένα είδος Δημάρχου ή Ανωτάτου Εξουσιαστού (Ποδεστάτου ή Βαΐλου) και καταρτίζοντας συγχρόνως μία Σύγκλητο Γερουσιαστών, από τις τάξεις των ευγενών και του λαού, που ονόμαζαν, Ανώτατο Εξουσιαστικό Συμβούλιο της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Γένουης.

Ακριβώς την εποχή εκείνη και πιο συγκεκριμένα, στα μέσα Μαρτίου του 1453, κατέφτασε από την Κωνσταντινούπολη ένας αγγελιοφόρος υπηρέτης, του Ενετού ναυάρχου Αλοΐσιου Διέδου, για να παρουσιαστεί στον Βάιλο της Δημοκρατίας, με σκοπό να του ζητήσει βοήθεια για την Κωνσταντινούπολη. Ο εξουσιαστής Βάιλος, κατά πάσαν πιθανότητα, είναι ένας ευγενής από τη φατρία των Ντόρια ή των Σπινόλα, που έχει σθεναρές σχέσεις με τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Παλαιολόγο.

Στον Γαλατά, στην πιο σημαντική αποικία της Γένουης κοντά στην Κωνσταντινούπολη, Βάιλος του Ποδεστάτου είναι ένας ευγενής, από τη φατρία των Γριμάλδι ή των Φιέσκι, που βρίσκεται σε διάσταση με τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Παλαιολόγο.


ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ


ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

(Γένουα, στο Παλάτι του Βάιλου, ένα Σάββατο πρωί)


Αυλικός:

Πόλεμος γίνεται στο Βόσπορο

σ' Ανατολή και Δύση.

Το 'μαθε 'να θεριό

και πάει να πολεμήσει.

Έχει ατσάλινο σπαθί

σίδερο βρακοζώνη,

βρυχάται θαρρετά

και χολιασμένο λιώνει.

Ανδρεία έχει περισσή

και δύναμη μεγάλη

και θέληση έχει λαμπρή

σαν το λαμπρό φεγγάρι.

Ουδένας δεν εβρέθηκε

ως προς αυτόν ανδρείος

απ' τη περίφημη τη Γένουη

μέχρι τε πάσαν Χίος.

Πάντα καλώς αντέφησε

χάριτι του Χριστού του

κι όλο το βιός του ξόδεψε

για την Κωνσταντινούπολή του.


(Μπαίνουν ο Βάιλος της Γένουας, ο Φλαντανέλλα, άλλοι άρχοντες, στρατιώτες κι ακόλουθοι).


Φλαντανέλλα :

Βάιλε μ', τρομάρα με κρατεί

λόγια πολλά γρικούν τ' αυτιά μου.

Ίντα μαντάτα ειν' αυτά,

που ράγισαν τα σωθικά μου.

Καράβια δύο εκατέβηκαν

από τα μέρη της Τενέδου,

να φέρουν μήνυμα και πραμάτεια

του κύρη μου Αλοϊσίου Διέδου.

Λένε πως Οσμανίδες εμφανίστησαν

ως φίδια ομπρός στη Ρωμανία,

πολιορκούν αυτοί πεισματικά,

πολιορκούν με ζήλο και τουρκομανία.

Ήρθαν οι γενιτσάρηδες

μυριάδες δεκαπέντε

κι ακιντζήδες Χριστιανοί

κι αυτοί άλλες εικοσιπέντε.

Απ' την Καλλίπολη, το Διδυμότειχο,

τα Σκόπια και τη Βάρνα,

σπαήδες έκαναν λαμπρό σεφέρι

κρατώντας λάβαρα

του Αη-Γιώργη στο 'να χέρι.

Κατέβηκαν κι απ' την Βλαχιά

ελεύθεροι πολεμιστάδες,

ψηλοί ώσπερ κυπάρισσος

λιγνοί ωσπέρ δακτύλου,

να βοηθήσουνε τον άμιρα,

που 'χει καρδιά του σκύλου.

Ήρθαν κι άντρες άτακτοι

από την Άρτα και τα Γρεβενά,

τα Γιάννενα, την Πάτρα και το Ραντοβίζι.

Ο αρχηγός τους ένας προδότης χριστιανός,

τον Βασιλιά κατηγορεί

κι ολημερίς αυτόν εβρίζει.

Πολλά τιμάρια έφτασαν,

από τ' ανατολικά σαντζάκια

και φέρανε στρατεύματα,

από τα τακτικά τα τζάκια.

Ο τόπος όλος γιόμισε

καλύβια και τσαντίρια

και τ' άλογά τους σάρωσαν,

της Πόλης τα περίχωρα

και τα πανέμορφα τσαγίρια.

Έχουνε φέρει και τα πλοία τους,

που αριθμούν τα τετρακόσια,

γαλέρες, φούστες εκατό,

δρομόνες κι ολκάδες, περί τα τριακόσια.

Βάιλε μ', αυτή είν' όλη η δύναμη

του πεισματάρη Οθωμανού αμίρη,

όπως διηγείται και λαλεί

ο μαντατοφόρος Ιάκωβος

του σεβαστού μου κύρη.

Βάιλος:

Ώχου μαντάτα π' άκουσα,

ώχου μέσα στα γερατειά μου.

Ώχου σπαθιά, λιθοβολήματα,

ώχου καμπαναριά γρικούν τ' αυτιά μου.

Κλονούμε, συνταράζομαι

με οδηρμό, με στεναγμό, με θρήνο,

καθώς μαυρίζουν τα μαντάτα σου

κι όλο φαρμάκι πίνω.

Ακούσατε πιστοί μου ευσεβείς,

ακούσατε ποτέ σας τέτοιο πράγμα;

Οι ασεβείς θέλουν να πάρουνε την Πόλη,

μαζί και την Αγία - Σοφιά

στη γη του ουρανού το μέγα περιβόλι.

Τη πίκρα και τη συμφορά

τους βρήκε αυτή τη ώρα;

Τη θλίψη κι αδημονιά

τους περιμένει τώρα;

Πικρέ μου Φλαντανέλλα,

ο λογισμός μου

λόγια δε βρίσκει να λαλήσει,

η καρδιά μου έχει ξεραθεί

κι όπως εσέ

τα σωθικά μου έχουν ραγίσει.

Φέρε τον άξιο μαντατοφόρο σου,

ίσως και μας γλυκολογήσει,

ίσως μου γιάνει την καρδιά

και τη δροσολογήσει.

Φέρε τον Γιάκωβο,

που κελαηδεί σαν το πουλί,

που λέει σαν τ'αηδόνι

να φάει και να χαροκοπήσει,

να φάει, να πιεί στο ριζικό

και της Γκραικιάς τα βάσανα

να μας μοιρολογήσει.

Φλαντανέλλας:

Δίνομαι Βάιλε μ', δίνομαι

να πάω να τόνε φέρω,

να σύρω εδώ τον Γιάκωβο

στο ριζικό σου να λαλήσει.

Αυτός στη πόρτα στέκει και γυροβολεί,

παρακαλεί εμέ για να σε αντικρύσει.

Είκοσι μέρες τον κουρσέβανε,

Τούρκο - Σαρακηνοί κουρσάροι.

Διαμέτραγε αυτούς

αλλά διαμετρημό δεν είχαν.

Ομπρός να πάει φοβόντανε,

αλλά ντρεπόντανε

κι οπίσω να γυρίσει.

Είκοσι μέρες πάλεψε σαν το θεριό,

μακέλεψε Σαρακηνούς,

μακέλεψε και Τούρκους.

Και πάλεψε τα κύματα

στο Μαρμαρά και στο Αιγαίο,

μέχρι να φτάσει αβλαβής,

μέχρι να φτάσει σώος,

ομπρός στης αφεντιάς σου το καστρί,

που' ναι το πιο θεμελιωμένο,

πού' ναι της λεβαντιάς το ξακουστό,

κι απ' όλα τα καστριά το πιο επανδρωμένο.

Δίνομαι Βάιλε μ', δίνομαι

να πάω να τόνε φέρω,

μια και παρακαλεί θερμώς

κι εκλιπαρεί εσένα ν' αντικρίσει

κι εκλιπαρεί για τα της Πόληs

τα μαντάτα να λαλήσει.

Bάιλος:

Αμέτε στο καλό πικρέ μου Φλαντανέλλα

τρέχα, τρέχα από την πόρτα,

από την πόρτα την ομπροστινή,

από τη πόρτα τη μεγάλη

και πήγαινε να βρεις τον Γιάκωβο

και να μου έρθεις πάλι.


( Βγαίνει ο Φλαντανέλλα

και ο Βάιλος απευθύνεται στην ακολουθία του.)


Και σεις Ρηγάδες μου τεταραγμένοι!

Στρωθείτε εις το μαυρί,

στρωθείτε όπως εμέ στη λύπη.

Η Πόλη πάει να χαθεί,

η Πόλη πάει να τουρκέψει.

Εμείς τρώμε και πίνουμε

κι ολημερίς χαροκοπούμε.

Κι οι Τούρκοι στην Κωνσταντινιά

με τ' άλογα και τα σπαθιά γυροβολούνε.

Ώχου, τα μάτια μου εθόλωσαν.

Ώχου, Ρηγάδες μου

δεν έχω φως και δεν σας βλέπω

Αν είστε κι ομπρός,

φύγετε και αποσυρθείτε

κι αν είστε και οπίσω μου,

μες στις στοές αποκρυφτείτε.

Χορός:

Έρχεται, Βάιλε μ', έρχεται

ο Γιάκωβος πικρός, φαρμακωμένος,

δακρύζει και πονάει

μ' όλο κακά μαντάτα φορτωμένος.

Έρχεται αστραπηδόν

απ' το βάθη το σκότος,

από το κουρσεμένο βασιλειό,

που το φθαρεί, φουσάτο φόρτος.

Έρχεται σαν χριστιανός

και μ' όλη την τιμή του,

για να μας φέρει μήνυμα

από τη φουμισμένη γη του.






[1] Φλακτανελά ή Φλακτανέλλα (Flactanella) - Φρανκανελά ή Φρανκανελλά (Francanella)


Το τραγούδι της Οχρίδας


Ποιητικός διάλογος

                                                             του Ιωάννη Μποζίκη

                                                                                       Έκδοση 2006



Μια φεγγαρόφωτη Αυγουστιάτικη νύχτα απλώνεται στα γαλήνια νερά της πανέμορφης λίμνης Οχρίδας. Εκεί, στην παραλιακή πόλη των πονεμένων κι απελπισμένων ποιητών, Στρούγκα (Struga), κάτω από τις θρυλικές γέφυρες του Μαύρου Δρίνου, μεσάνυχτα ακριβώς, εμφανίζεται απλωμένη, ανάμεσα στεριάς, ποταμού και λίμνης μια πανέμορφη γυναίκα, η Οχρίδα, η θεά Οχρίδα. Γυμνή, ξαπλωμένη ανάσκελα, αναγαλλιάζει, βυθισμένη στην αθωότητά της, τόσο βαθιά όσο η λίμνη κι όσο ο έρωτας κι η νύχτα, η λήθη κι ο θάνατος. Απάνω στη γέφυρα, ένας ονειρικός ποιητής, μορφή αχανής και μακρινή, φαίνεται να την παρακολουθεί, πολύ βαθιά κι αυτός, σφίγγοντας με το ένστικτο του ωραίου, τα χείλη του.

Κάτι σαν αεράκι πολύ μακρινό και ανεπαίσθητο, αστραπιαία, ξυπνά τις ψυχές τους. Και κάτω από το νυχτερινό και ανοιχτό φως της Σελήνης, παίρνει σχήμα και ξετυλίγεται με ταχύτητα ψυχής, ένας δυνατός διάλογος, δια στεναγμών και φόβου με εμβάθυνση τη ζωή, τον έρωτα και το θάνατο.


Ένα απόσπασμα


Η λίμνη Οχρίδα, λέει:

Δώσε το χέρι σου


Ποιητή! Ακριβέ μου, εσύ!

Δώσε το χέρι σου να τ' ακουμπήσω

στα βουβά μου στήθια.

Η νύχτα, απόψε, θα είναι χωρίς προορισμό,

θα είναι δυο κλωνάρια νυχτολούλουδου

σκαλωμένα στο φως του φεγγαριού,

μία οδύνη, που φέρνει φως

μέσα από την ομίχλη.

Μια δροσερή νύχτα,

θα μας ξαναγεννήσει σαν δυο κορμιά,

στη μουντή απεραντοσύνη

της μεγάλης μου διάστασης.

Και εγώ, θα σε περιμένω στη σιωπή

της αγριοτριανταφυλλιάς

για να με σφίξεις με τα δυνατά σου χέρια

και να με σύρεις

στην τρεμάμενη νύχτα που αρμενίζει.

Ακριβέ μου, εσύ!

Μια κίνησή σου περιμένω,

καταδεχτική χειρονομία στη νύχτα

για να γεμίσεις την απέραντη μοναξιά μου.


Αντιφωνεί, ο ποιητής:

Τούτος ο Αύγουστος


Οχρίδα μου, τι έχεις κι αναστενάζεις

μέσα σ' αυτή τη νύχτα,

μέσα στον Αύγουστο

με τ' ανυπότακτα μαλλιά σου;

Πόσο βαθύς ο αναστεναγμός σου απόψε

όταν ακούω το ψιθυρητό της νύχτας,

τη βοή του νερού,

που λύνεται στην αγκαλιά σου;

Άκουσα, ότι τίποτα δεν πρέπει

να ταράζει τις καλλίγραμμες λεπτομέρειες

της έναστρης νύχτας.

Ακριβώς για να μη φοβηθούν τ' άστρα,

για να μη φοβηθεί το θαυμάσιο σου γέλιο.

Ναι, τούτος ο Αύγουστος

είναι η μοναδική παρηγοριά μου,

μέσα στο δρόμο των αστεριών.

Έλα! Μίλησέ μου

για τη γέννηση και τη ζωή!

Μίλησέ μου για τον έρωτα και το θάνατο,

πριν καλά-καλά το φεγγάρι

τελειώσει τον κύκλο του!

Και παραχώρησέ μου μία δίοδο

για να μπω στη φιλόξενη νύχτα σου

και να ξεκουραστώ στις εκβολές

των γαλήνιων νερών σου!

Ήρθα για να ξαναγεννηθώ

στη δροσερή νύχτα

της ανοιχτής καρδιάς σου,

για να βρω τις παλιές μου προσδοκίες,

κομματιάζοντας τις απαισιόδοξες στιγμές

του μαρασμού.

Τα νεκρά μου χέρια

δεν άγγιξαν όπως θα 'πρεπε τη ζωή

κι αυτή πέρασε άδεια και μεθυστική

πάνω στη διαδρομή των αστεριών.

Τώρα, στις δικές σου εκβολές,

ψάχνω το δροσερό καλοκαίρι,

που θα φέρει τον ξαναερχομό μου.


Η λίμνη Οχρίδα, λέει:

Τέσσερις λέξεις


Ακριβέ μου ποιητή, εσύ!

Έλα εδώ, να ξαναγεννηθείς

στα ολόγιομα όστρακα

των γαλήνιων νερών μου.

Απόψε κι εγώ λαχτάρησα εσένα!

Είμαι η δροσερή λίμνη,

το βαθύ αίνιγμα των νερών.

Στην αγκαλιά σου,

θα μιλήσω για τις τέσσερις εποχές,

τη γέννηση, τη ζωή,

τον έρωτα και το θάνατο,

για τις τέσσερις λέξεις,

που σημαδεύουν τα κορμιά μας.


Αντιφωνεί, ο ποιητής:

Έναστρη νύχτα


Οχρίδα μου, μοναδική!

Συνηθίζω να γράφω λόγια

πάνω στις αμμουδερές εκβολές σου,

για να εκφράσω το χαμόγελό σου,

τη διαρκή ηχώ της φωνής σου.

Βλέπεις, τώρα, πρέπει να μάθουμε σωστά

να συγχρονίζουμε τις καρδιές μας,

να ισορροπήσουμε την αντοχή μας

μέσα στην έναστρη νύχτα,

που μας αγκαλιάζει.

Εγώ, ερευνώ τη γέννηση και τη ζωή

τον έρωτα και το θάνατο,

όπως και τον αδικαιολόγητο πόνο

αλλά και τον μαρτυρικό φόβο,

που αυξάνεται καθώς βαδίζω προς το θάνατο.


Η λίμνη Οχρίδα, λέει:

Γιατί ο φόβος του θανάτου;


Ποιητή μου!

Γιατί ο φόβος του θανάτου

να χειρονομεί μέσα στ' ακύματα νερά μου;

Για μένα, η κάθε νύχτα είναι ακίνητη

κι ο θάνατος που σου προκαλεί φόβο,

δεν απειλεί τις φλέβες

και τον χτύπο της καρδιάς μου.

Εγώ, δεν περιμένω την έσχατη επίσκεψη,

την αόρατη, που δεν έχει ήχο και χρώμα.

Βλέπεις, περιμένω διαφορετικά πράγματα,

διαφορετικά χρώματα,

όπως τη διαστολή της στιγμής

στο ορατό στόμα μου,

για να σβήσω

την ακατέργαστη επιθυμία σου.


Αντιφωνεί, ο ποιητής:

Δίχως όρια


Οχρίδα μου, στοργική!

Στα χέρια σου

ξαφνικά αισθάνομαι παγιδευμένος.

Αισθάνομαι κενός και θολός

ανάμεσα στα πολλαπλά πρόσωπα,

που εναλλάσσουν τα γαλήνια νερά σου.

Αν δεν υπήρχε ο θάνατος,

ίσως να υπήρχε ένας άλλος τρόπος

να ανήκαμε στον ίδιο έρωτα,

να γυρεύαμε μέσα από το φως της νύχτας

χίλια πράγματα, δίχως οπτασίες,

να ταξιδεύαμε στην έλευση των καιρών

με δυο χείλια ενωμένα.

Και δίχως όρια,

να περιπλανιόμαστε

μες στο έρημο φως του φεγγαριού.


Η λίμνη Οχρίδα, λέει:

Στο εφήμερο της ζωής


Ποιητή μου!

Μην πληγώνεσαι άλλο!

Εσύ, με τα λίγα που έχεις,

είσαι το περιεχόμενο!

Και τι κρίμα για εμένα,

που με την τόση απεραντοσύνη μου,

με τα τόσα νερά των ποταμών μου,

να μην έχω

την εναλλασσόμενη ικανότητα

ν' αναπαυτώ μ' έναν τρόπο όμορφο

σ' αυτό το εφήμερο της ζωής,

που εσένα, τόσο καταστροφικά σε τρομάζει.


Αντιφωνεί, ο ποιητής:

Τα σημεία των καιρών


Οχρίδα, σχήμα ερωτικό της νύχτας μου!

Η διαρκής ηχώ της φωνής σου,

το γαλήνιο σημάδι της εικόνας σου

με έφεραν πιο κοντά

στις σταθερές ρίζες της ζωής.

Τα μυθικά χέρια του έρωτά σου,

που με κρατούν με τόσο πάθος,

δεν ταξίδεψαν ποτέ

στις θολές γραμμές του φόβου.

Η απελπισία σου δε,

κάθε νύχτα ψάχνει το εφήμερο της ζωής

στα καθορισμένα σχήματα

του κενού χρόνου της εκπνοής μου.

Οχρίδα, ονειρεμένο θρέμμα της νυχτερινής νηνεμίας!

Σκύψε πάνω στο στήθος μου

και φίλησέ το

μ' όλη την εμπειρία των ονείρων σου!

Και σημάδεψε πάνω στο κορμί μου

με τα λεπτά περάσματα της εισπνοής σου,

τα αγαπημένα σημεία των καιρών!


Η λίμνη Οχρίδα, λέει:

Αυτή η νύχτα


Ποιητή, αργυρό φεγγάρι μου, εσύ!

Μείνε κοντά μου απόψε!

Αυτή η νύχτα, που απλώνεται βαθιά

μες στο σκοτάδι,

κρύβει τα αληθινά μου μυστικά,

ταράζει σιωπηρά κι αθόρυβα

τη χειμερία νάρκη

των ερωμένων ποιητών.

Ο θάνατος, κουρελιασμένος

από τα ακροδάχτυλά μου,

θυμίζει κερί χωρίς φλόγα,

φόβο, που δεν είναι τίποτα.

Αναρωτιέμαι κι εγώ πολλές φορές,

αν μπορεί ένα τέτοιο πράγμα,

αόρατο και κρυφό,

να ταράζει την αντοχή μας,

να ταράζει την ερωτική μας ισορροπία;

Ποιητή μου!

Κράτα με απόψε

μες στις πελώριες φτερούγες σου

και υπερασπίσου με, με όλη σου τη ζωή!

Τώρα, στις εκβολές μου,

μπορείς ακόμα πιο δυνατά

να φωνάζεις την ηδονή που αιωρείται!

Και στα πυκνά φυλλώματα

των αγριοτριανταφυλλιών μου,

σκίσε και τα τελευταία κομμάτια του θανάτου,

που κυοφορούν στην παράξενη περπατησιά

των αναμνήσεών σου.

Εδώ, κοντά μου,

θα θυμάσαι μόνο τις αχνές λεπτομέρειες,

που χαράζουν τα παράξενα χρώματα

των ηδονών μας.

Και θα εισέρχεσαι,

ως ταξιδιώτης μεθυσμένος

μέσα στα ευωδερά μονοπάτια

της ερωτικής μου καρδιάς.



Nτενίζ, Γιουσούφ και Χιουσεγίν


Τρίπρακτο θεατρικό δράμα

 του Ιωάννη Σωτ. Μποζίκης

                                                                                       Αθήνα 2008

Β΄ Βραβείο θεατρικού έργου 2007

της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών


Με το στρατιωτικό νόμο της 12ης Μαρτίου 1971, η Τουρκία βυθίζεται στο σκοτάδι. Η ελευθερία του λόγου και της σκέψης καταπιέζεται συστηματικά, από μια ομάδα στρατιωτικών και τεχνοκρατών του μεγάλου κεφαλαίου. Οι συστηματικοί στρατιωτικοί νόμοι της κυβέρνησης του Nihat Erim καταδυναστεύουν αφάνταστα τον τουρκικό λαό, που ζει μέσα σε μια πολιτική, κοινωνική και οικονομική αστάθεια και ανασφάλεια. Οι σκοτωμοί, οι εξαφανίσεις, οι προσαγωγές και τα βασανιστήρια αποτελούν τις καθημερινές ραδιοφωνικές ειδήσεις. Οι στρατιωτικοί νόμοι δικάζουν απερίσκεπτα με μοναδικό κριτήριο την προστασία της δήθεν δημοκρατίας, στέλνοντας σε θάνατο σχεδόν την πλειοψηφία των κατηγορουμένων. Η εκδίκαση σε θάνατο έχει καταντήσει μια καθημερινή διαδικασία ρουτίνας. Εκατοντάδες άτομα κατηγορούνται για προδοσία και συνεργασία με ξένες αριστερές και κομουνιστικές δυνάμεις.

Οι Ντενίζ, Γιουσούφ και Χιουσεγίν, τρεις επαναστάτες φοιτητές, ρομαντικοί οραματιστές μιας δίκαιης δημοκρατίας, αλλά τρομοκράτες και αναρχικοί κατά τα λεγόμενα των τουρκικών Αρχών, καταδικάζονται σε θάνατο και εκτελούνται. Ο Ντενίς Γκεζμίς, που κατηγορείται για αρκετά πολιτικά αδικήματα από τις Αρχές, συλλαμβάνεται στις 16 Μαρτίου του 1971 στο Gemerek της Ανατολίας, οι δύο φίλοι του δε, Γιουσούφ Ασλάν και Χιουσεγίν Ινάν συλλαμβάνονται, ο πρώτος στις 18 Μαρτίου στο Şarkışla και ο δεύτερος στις 23 Μαρτίου 1971 στο Pınarbaşı της Ανατολίας. Και οι τρεις οδηγούνται στα κελιά των στρατιωτικών φυλακών του Μαμάκ, που βρίσκονται κοντά στην Άγκυρα. Παλιότερα, το 1968, αυτοί οι τρεις νέοι είχαν συλληφθεί και μετά από άγριους βασανισμούς αφέθηκαν ελεύθεροι. Όμως αυτή τη φορά, η σύλληψή τους είναι οριστική και θα τερματιστεί με τον άδικο θάνατό τους.

Εικόνα ( Πράξη ) δεύτερη


Είναι Μάιος του 1972, ένα βράδυ Τετάρτης, στις στρατιωτικές φυλακές Μαμάκ, κοντά στην Άγκυρα και περίπου ένα χρόνο μετά την ανακοίνωση των θανατικών ποινών των κρατουμένων από τα Στρατιωτικά Δικαστήρια της Τουρκικής Δημοκρατίας.

Επί της σκηνής, βρίσκονται, στο βάθος, τα τρία κελιά των κρατουμένων Ντενίζ, Γιουσούφ και Χιουσεγίν, αριστερά το γραφείο του Διευθυντή των φυλακών, στη μέση ένα τραπέζι μ' ένα πάγκο και δύο καρέκλες και δεξιά ένα μικρό γραφείο, όπου κάθεται ένας δεσμοφύλακας που μισοκοιμάται. Μπροστά στα κελιά στέκονται τρεις χωροφύλακες της Στρατονομίας, γερά αρματωμένοι. Στο βάθος ακούγονται κλάματα, φωνές από φρικτούς πόνους βασανιστηρίων, βρισιές κι εκφοβισμοί όπως: «Ταραχοποιοί!!! Αναρχικοί!!! προδότες!!! Μπολσεβίκοι!! Πράκτορες των Σοβιετικών!! Μόνο από ξύλο καταλαβαίνετε!!» Από μια άλλη πλευρά, κάποιος κρατούμενος τραγουδά με πάθος ένα μοιρολόι, συνοδεύοντάς το με ένα παραδοσιακό σάζι. Η όλη σκηνή είναι πολύ αδρά φωτισμένη, σχεδόν σκοτεινή θα λέγαμε. Στην αίθουσα μπαίνουν οι δύο συνήγοροι της υπεράσπισης, οι Νιγιαζί Αγκίρνασλι και Ορούτς Ερέλ, με σκοπό να ανακοινώσουν στους κατάδικους πελάτες τους την οριστικοποίηση των θανατικών τους ποινών. Δυστυχώς οι ποινές αυτές εγκρίθηκαν τελεσίδικα από τη Γερουσία και τα τελικά πορίσματα σχετικά με τις εκτελέσεις τους, υπογράφηκαν και από τον Πρόεδρο της Τουρκικής Δημοκρατίας.

Οι τρεις κατάδικοι, Ντενίζ, Γιουσούφ και Χιουσεγίν, με αμείωτο ρυθμό συνεχίζουν την απεργία πείνας, που αποφάσισαν ομόφωνα, εδώ και έντεκα ημέρες. Η επίσκεψη των δύο συνηγόρων στις φυλακές είναι η τελευταία που προκύπτει πριν την εκτέλεση των θανατικών ποινών και έχει και ένα δεύτερο σκοπό, να πείσει τους κατάδικους να σταματήσουν αμέσως , την πλέον αδικαιολόγητη, απεργία πείνας.


1ος συνήγορος: Λίγο φως! Δε βλέπουμε τη μύτη μας! Θα σκοντάψουμε!

2ος συνήγορος: Δεν είν' κανείς εδώ! Ανάψτε κανένα φως επιτέλους!!

Μεχμέτ: (Πετιέται από τον ύπνο.) Τρομοκράτες!! Τρομοκράτες!! Δεχόμαστε επίθεση!! Στα όπλα!! Στα όπλα!! (Επικρατεί αναστάτωση στη φυλακή, οι χωροφύλακες πηγαινοέρχονται δεξιά κι αριστερά, ανάβουν τα φώτα.)

1ος συνήγορος: Τι σας έπιασε κύριέ μου και φωνάζετε; Δικηγόροι είμαστε!! Οι συνήγοροι των εικοσιένα κρατουμένων, που καταδικάστηκαν σε θάνατο!

Μεχμέτ: Κύριέ μου, όσοι κρατούνται εδώ, είναι όλοι καταδικασμένοι σε θάνατο!! Συγκεκριμένα πέστε μου, για ποιους κατάδικους μιλάτε;

1ος συνήγορος: Για τους Ντενίζ, Γιουσούφ και Χιουσεγίν κύριε χωροφύλακα!!

Μεχμέτ: Γι' αυτούς τους αναρχικούς!! Τους καταραμένους Μπολσεβίκους! Ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που τους φέρανε σ' αυτά τα κελιά. Ένας χρόνος πέρασε που καταδικάστηκαν σε θάνατο κι ακόμα η ποινή τους δεν εκτελέστηκε!! Αλλά τι να πω, όταν υπάρχουν δικηγόροι σαν κι εσάς, που υπερασπίζονται τέτοια αποβράσματα της κοινωνίας, ο τόπος μας δε θα δει ποτέ δικαιοσύνη!!...

1ος συνήγορος: Σας παρακαλώ προσέξτε τα λόγια σας και μην παραφέρεστε!!

Μεχμέτ: Εδώ και έντεκα μέρες, ξεκίνησαν μια απεργία πείνας, για να μας προκαλέσουν προβλήματα!! Αν τους είχαν εκτελέσει, δε θα είχαμε φτάσει ως εδώ!! (Στο βάθος ακούγονται και πάλι φωνές από τα βασανιστήρια, κλάματα, κραυγές και ύβρεις όπως προηγουμένως.)

2ος συνήγορος: Τι γίνετε εδώ κύριέ μου; Δεν πιστεύω να βασανίζετε τους πελάτες μας;

Μεχμέτ: Εσάς δε σας πέφτει κανένας λόγος! Εξάλλου δεν καταλαβαίνω, τί ζητάτε αυτήν τη βραδινή ώρα στις φυλακές του Μαμάκ;

1ος συνήγορος: Παρακαλώ κύριε, αφήστε τα περιττά λόγια και καλέστε το Διευθυντή σας! Έχουμε κάτι σοβαρό να του ανακοινώσουμε!!

Μεχμέτ: Δεν πιστεύω να μας φέρνετε κάποια απόφαση για την απελευθέρωσή τους!!

2ος συνήγορος: Αυτό, προσωπικά, δε σας ενδιαφέρει! Σας ζήτησα να μας φέρετε σε επαφή με το Διευθυντή σας!!

Μεχμέτ: Καλά!! Καλά!! Θα πάω να τον φωνάξω. (Κατευθύνεται προς την αριστερή πλευρά, όπου βρίσκεται το γραφείο του Διευθυντή. Χτυπάει την πόρτα.) Κύριε Διευθυντά! Κύριε Διευθυντά!

Διευθυντής: Τι τρέχει; Μεχμέτ! Τι τρέχει τέτοια ώρα; Δε θα έχουμε καθόλου ησυχία;

Μεχμέτ: Δύο δικηγόροι θέλουν να σας δουν!

Διευθυντής: Πες τους ότι τώρα, τέτοια ώρα που ήρθανε, δε γίνεται! Ας έρθουν αύριο το πρωί!

Μεχμέτ: Κύριε Διευθυντά, μάλλον έχουν κάτι σοβαρό να σας ανακοινώσουνε!

Διευθυντής: Τι σοβαρό να έχουνε βρε Μεχμέτ;

Μεχμέτ: Δεν ξέρω! Μάλλον οι ίδιοι θα σας πουν! Όπως λένε, φαίνεται να ήρθαν για τους τρεις αριστερούς!

Διευθυντής: Ποιους τρεις αριστερούς βρε Μεχμέτ; Εδώ, σ' αυτήν τη φυλακή, όλοι οι κατάδικοι αριστεροί είναι!

Μεχμέτ: Να, για τους τρεις γνωστούς ήθελα να σας πω! Για τους Ντενίζ, Γιουσούφ και Χιουσεγίν!!

Διευθυντής: Μην είναι τρομοκράτες και μπήκαν μέσα για να ελευθερώσουν την παρέα τους;

Μεχμέτ: Όχι κύριε Διευθυντά μου! Δε φαίνονται για τέτοιοι!

Διευθυντής: Μην είναι κανένας εισαγγελέας ή ακόμα χειρότερα κανένας επιθεωρητής;

Μεχμέτ: Σας είπα κύριε Διευθυντά, είναι συνήγοροι των γνωστών κρατουμένων!

Διευθυντής: Μεχμέτ, πες τους ότι έρχομαι αμέσως!! (Ο χωροφύλακας επιστρέφει στους δικηγόρους.)

Μεχμέτ: Κύριοι, περάστε να καθίσετε στο τραπέζι, σε λίγο ο Διοικητής θα έρθει να σας συναντήσει! (Οι συνήγοροι παίρνουν θέση στο τραπέζι. Ο πρώτος συνήγορος φαίνεται να είναι λίγο ταραγμένος. Ανάβει ένα τσιγάρο και τραβάει μια ρουφηξιά.)

1ος συνήγορος: (Στον συνάδελφό του.) Πραγματικά φίλε μου, μετά από τόσο αγώνα, δεν το φανταζόμουν ότι θα φτάναμε εδώ! Τώρα πια, οριστικά, χάσαμε το παιχνίδι!! (Ο χωροφύλακας στήνει αυτί για να αρπάξει κάποιες πληροφορίες.)

2ος συνήγορος: Τουλάχιστον, ας καταφέρουμε να τους πείσουμε να σταματήσουν την απεργία πείνας! Πλέον, όπως βλέπω, δεν υπάρχει λόγος, αφού οι ποινές τους έχουν οριστικοποιηθεί και από την Γερουσία. (Εκνευρισμένος και ταραγμένος.)

1ος συνήγορος: Δεν ξέρω ποιος απ' τους δυο, θα τους το πει πρώτος! Ο Θεός μας ας είναι βοηθός! Ειλικρινά, δεν έχω το θάρρος! Πρώτη φορά μου συμβαίνει να ανακοινώνω την οριστική απόφαση μιας θανατικής ποινής, σ' έναν πελάτη μου! (Σβήνει το τσιγάρο του.)

2ος συνήγορος: Ας ευχηθούμε και ένα μεγάλο κουράγιο στους πελάτες μας για το Γολγοθά που μέλλεται να περάσουν!! (Ο διοικητής βγαίνει από το δωμάτιό του και κατευθύνεται προς τους δύο δικηγόρους.)

Διευθυντής: Ποιος ο λόγος αυτής της απροειδοποίητης βραδινής επίσκεψης στις φυλακές μας, κύριοί μου;

2ος συνήγορος: Καλησπέρα σας κύριε Διευθυντά! Σας ζητούμε συγγνώμη, που σας ενοχλούμε τέτοια ώρα! Αλλά ήρθαμε εσπευσμένα, για να ανακοινώσουμε στους πελάτες μας την οριστικοποίηση των θανατικών τους ποινών. Πρέπει τώρα, να μας φέρετε σε επαφή μαζί τους, για να τους το γνωστοποιήσουμε! Θα τους παρακαλέσουμε επίσης, να σταματήσουν αυτή την απεργία πείνας, που πραγματοποιούν εδώ και έντεκα μέρες! Δεν υπάρχει πλέον λόγος να τη συνεχίσουν!

Διευθυντής: Και η Γερουσία μας ενέκρινε το εκτελεστικό βούλευμα;

1ος συνήγορος: Πού είστε κύριε Διευθυντά; Όπως φαίνεται δεν παίρνετε στα σοβαρά τα πολιτικά γεγονότα! Και η Γερουσία μας! Αλλά δυστυχώς κι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας υπέγραψε αυτά τα εκτελεστικά βουλεύματα!!! Οι εκτελέσεις μάλλον θα γίνουν εντός τούτης της εβδομάδος. Λοιπόν, όπως βλέπετε, δεν υπάρχει κανένας λόγος να συνεχίζουν την απεργία πείνας! Οπωσδήποτε πρέπει να τους πείσουμε να την σταματήσουν!! Δεν μπορούν να πάνε έτσι εξαθλιωμένοι μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα! Εμείς, οι συνήγοροί τους, δε θα δεχτούμε με κανένα τρόπο να εκτελεστούν υπό αυτές τις απάνθρωπες και εξευτελιστικές συνθήκες!!

Διευθυντής: Ειλικρινά, θέλω να σας ομολογήσω ότι δεν περίμενα μια τέτοια άσχημη εξέλιξη! Τώρα, που μου το είπατε, έμεινα έκπληκτος! Πάντα ήλπιζα, ότι κάτι θα γινόταν την τελευταία στιγμή! (Στεναχωρημένος και ταραγμένος, ανάβει ένα τσιγάρο, έπειτα διατάζει σ' έναν δεσμοφύλακα.) Κενάν, πήγαινε να μας ετοιμάσεις τρία τσάγια!!

Κενάν: Αμέσως κύριε Διευθυντά!!

Διευθυντής: Τρία νέα παλικάρια, τρία νέα βλαστάρια, θα πάνε στο βρόντο! Στην αρχή τους συμπεριφέρθηκα λίγο σκληρά, αλλά με τον καιρό τους συνήθισα, τους γνώρισα καλύτερα και αντιλήφθηκα, ότι είχα να κάνω με εξαιρετικούς ανθρώπους, ευγενέστατους και μορφωμένους! Ειδικά ο Ντενίζ, όταν μιλάει σε καθηλώνει! Λένε, πως ήταν πολύ καλός φοιτητής στο Πανεπιστήμιο. Είναι αλήθεια;

1ος συνήγορος: Ο καλύτερος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Άγκυρας!

Διευθυντής: Κρίμα! Λυπάμαι για το τέλος που θα έχουν! Και έτσι, που εξελίχτηκαν τα πράγματα, τίποτα πια δεν περνάει από τα χέρια μας! Αν και τούτη την ώρα τη βραδινή δεν επιτρέπεται να σας φέρω σε επαφή με τους κατάδικους, εν τούτοις, με προσωπική μου ευθύνη θα το κάνω! Τουλάχιστον, για να έχω τη συνείδησή μου ήσυχη! (Διατάζει ένα δεσμοφύλακα.) Μεχμέτ! Πάρε ένα βοηθό για να φέρεις τους τρεις κατάδικους και πρόσεξε τη συμπεριφορά σου!! Δε θέλω άσκοπα επεισόδια κι ούτε βρισιές από το στόμα σου!!

Μεχμέτ: Εντάξει κύριε Διευθυντά! (Στο βάθος ακούγονται και πάλι οι κραυγές, τα κλάματα και οι βρισιές από τα βασανιστήρια.)

Διευθυντής: Και πες σ' αυτόν τον Σελτσούκ να σταματήσει αμέσως τα βασανιστήρια!! Απόψε θέλω ησυχία! Εξάλλου έχουμε και δύο επισκέπτες, δύο νομικούς κι είναι ντροπή να μαθαίνουν αυτά που γίνονται μέσα στις φυλακές!! Άντε και κάνε γρήγορα!! (Ο Κενάν μπαίνει μέσα με τα τσάγια και τα προσφέρει στους επισκέπτες και στο Διευθυντή. Ο Διευθυντής απευθύνεται στους δικηγόρους.)

Διευθυντής: Κύριοι, σήμερα περάσαμε μια πάρα πολύ δύσκολη ημέρα! Το πρωί είχαμε τρεις επισκέψεις! Είχαν έρθει οι γονείς των τριών κρατουμένων, που υπερασπίζεστε!

1ος συνήγορος: Δε μάθαμε τίποτα! Πώς έγινε και τους το επέτρεψαν; Για συνεχίστε παρακαλώ!!

Διευθυντής: Όπως πληροφορήθηκα αργότερα, μάλλον είχαν έρθει για να πείσουν τα παιδιά τους να υποβάλλουν αιτήσεις χάριτος. Αλλά, φαίνεται ότι δεν τα κατάφεραν. Όλοι οι κρατούμενοι ήταν κατηγορηματικά αρνητικοί σε αυτήν την πρωτοβουλία. (Στο βάθος ακούγονται πόρτες να ανοιγοκλείνουν και κάποιοι να μιλούν έντονα.) Εξάλλου, οι γονείς τους ξαφνιάστηκαν όταν τους βρήκαν σε απεργία πείνας. Δεν το περίμεναν καθόλου. Ο Ντενίζ, ο Γιουσούφ κι οι άλλοι, έχουν μεγάλη αντοχή, αλλά ειλικρινά, δεν ξέρω πόσο θ' αντέξουν!! Ο μόνος που με προβληματίζει, είναι ο Χιουσεγίν! Αυτός, έχει ένα πρόβλημα με το στομάχι του. Οι φίλοι του, του πρότειναν να σταματήσει αμέσως την απεργία, αλλά για λόγους αλληλεγγύης και συμπαράστασης σε αυτούς, δεν το δέχτηκε. Φαίνεται ότι υποφέρει αρκετά και δεν δέχεται να δει το γιατρό των φυλακών. Δε μου λέτε, αυτήν την είδηση, τη θλιβερή, ποιος από τους δύο σας θα τους την πει;

1ος συνήγορος: Δεν ξέρω, προβληματίζομαι πραγματικά!

Διευθυντής: Μα σας βλέπω αναποφάσιστους και ιδιαίτερα συγκρατημένους!

2ος συνήγορος: Κύριε Διευθυντά, είναι όπως τα λέτε! Προηγουμένως κι εμείς οι δύο αυτό συζητούσαμε!

Διευθυντής: Τότε, αφήστε να τους την πω εγώ! Ελπίζω να τα καταφέρω, εκτός και αν ο Μεχμέτ τους την έχει ήδη σφυρίξει! Κάτι τέτοια, συνηθίζει να τα κάνει! Τους έχει τόσο άχτι, που φαντάζομαι ότι θα τους την έχει ήδη πει! (Οι δεσμοφύλακες φέρνουν τους τρεις κρατούμενους δεμένους με χειροπέδες. Ο Διευθυντής απευθύνεται στους κατάδικους.) Κύριοι, τούτη την ιερή ώρα θα ήθελα να σας βγάλω τις χειροπέδες, αλλά δυστυχώς ο νόμος δε μου το επιτρέπει! Ήδη, το ότι βρίσκεστε εδώ, τέτοια ώρα, είναι μια παράβαση του κανονισμού μας! Αλλά, παρόλο που διατρέχω ένα μεγάλο κίνδυνο, εγώ το ξεπερνάω. Απόψε, οι συνήγοροί σας μας επισκέφτηκαν με σκοπό να σας ανακοινώσουν ένα πολύ σοβαρό και κατά τα άλλα για εσάς, δυσάρεστο θέμα. (Ταραγμένος, ανάβει ένα δεύτερο τσιγάρο και προσφέρει τσιγάρα στους συνηγόρους, που έχουν χαμηλά τα βλέμματα και καθηλωμένα πάνω στο τραπέζι.)

Ντενίζ : (Αντιλαμβανόμενος τη δυσκολία των συνηγόρων.) Δε χρειάζεται κύριε Διευθυντά να μας το πείτε!! Ο Μεχμέτ μας έχει ήδη πληροφορήσει για την οριστικοποίηση των εκτελέσεών μας!

Διευθυντής: Βρε τον άτιμο!! Μεχμέτ!! Δε σου είπα να μην πεις τίποτα!!

Μεχμέτ: Κι εγώ αυτό έκανα, αλλά δεν μου είπατε να μην τους πω τα ευχάριστα νέα!

Διευθυντής: Ευχάριστα τα λες αυτά τα νέα; Δεν ντρέπεσαι! Χάσου από τα μάτια μου! Αυτήν την φορά μου φαίνεται ότι το παράκανες!! (Ο Μεχμέτ βγαίνει έξω χωρίς να πει τσιμουδιά.)

Ντενίζ : Δεν πειράζει κύριε Διευθυντά! Τι σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο μας το είπε! Σημασία έχει το αποτέλεσμα! Η βεβαιότητα, πλέον, των εκτελέσεών μας! Κύριοι συνήγοροι, κύριε Διευθυντά, σε λίγες μέρες δε θα υπάρχουμε πλέον!! Στην πραγματικότητα γνωρίζαμε ότι τα πράγματα εκεί θα έφταναν! Αυτά τα ανδρείκελα, πού να έβρισκαν το θάρρος να μας αθωώσουν! Αν το έκαναν, με μιας θα κατέρρεε όλο το πολιτικοστρατιωτικό κατεστημένο τους! Έτσι λοιπόν, προτίμησαν να μας θυσιάσουν, για να μείνουν στην εξουσία! Εμείς, το μόνο που ευχόμαστε, είναι οι θυσίες μας να μην πάνε στο βρόντο, ο λαός, ο κόσμος που μας αγαπάει, να καταλάβει πραγματικά, για ποιους λόγους μας εκτέλεσαν τελικά! (Συγκινημένος ο 1ος συνήγορος, δακρύζει. Ο Ντενίζ απευθύνεται στον 1ο συνήγορο.) Κύριέ μου, αυτή τη στιγμή δε χρειάζονται δάκρυα, αυτά δεν ωφελούν σε τίποτα! Απλώς χρειάζεται μεγάλη επιμονή για να αποδείξετε στο λαό μας, πόσο γενναία σταθήκαμε μπροστά στην απόφασή τους! Οι εφημερίδες της μεγάλης αστικής τάξης και του μεγάλου κεφαλαίου, ίσως γράψουν για μας άρθρα υποτιμητικά, ίσως να πουν ότι φοβηθήκαμε, ότι πέσαμε, ότι λιποθυμήσαμε, αλλά εσείς, πρέπει με το χέρι σας στην καρδιά, να τους πείτε την αλήθεια, να τους εξιστορήσετε τα τελευταία γεγονότα και την πραγματικότητα!! Εγώ, κι οι φίλοι μου, σας διαβεβαιώνουμε ότι θα πεθάνουμε όπως αρμόζει σε γενναίους επαναστάτες!! Αυτοί που μας λατρεύουν, αυτοί που μας πιστεύουν, θα είναι υπερήφανοι για μας!! Οι επόμενες γενιές, σίγουρα κάτι θα θυμούνται από εμάς!!!

2ος συνήγορος: Εμείς, οι συνήγοροί σας, θα κινήσουμε ουρανό και σύμπαν για να σας γλιτώσουμε! Έστω κι αυτή την τελευταία στιγμή!! Αν όμως τα πράγματα πάνε στραβά κι οι τελευταίες μας προσπάθειες δεν γίνουν δεκτές, τότε, πολύ φοβάμαι ότι θα εκτελεστείτε!! Σε περίπτωση που πραγματοποιηθούν οι εκτελέσεις σας, φυσικά, δε θα δεχτούμε με κανένα τρόπο να εμφανιστείτε αδύνατοι και ατροφικοί μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα! Γι' αυτό, σας εκλιπαρούμε, να σταματήσετε την απεργία πείνας που ξεκινήσατε, διότι τώρα πια, δεν ωφελεί σε τίποτα, παρά μόνο σας κάνει κακό και μειώνει τις δυνάμεις σας! Σκεφτείτε το, αλλά απαντήστε μας γρήγορα!

Γιουσούφ: Αυτό δεν εξαρτάται από μας, αλλά εξαρτάται από το σύνολο των εικοσιένα καταδικασμένων! Εμείς μπορεί να δεχτούμε την πρότασή σας, αλλά οι φίλοι μας, ίσως να έχουν τις αντιρρήσεις τους!

2ος συνήγορος: Όμως αν τους το προτείνει ο Ντενίζ και τους εξηγήσει πώς έχουν τα πράγματα, πιστεύω ότι και οι εικοσιένα καταδικασθέντες θα το δεχτούν!

Ντενίζ: Κύριοι, αυτό αφήστε το σ' εμένα! Κι ελπίζω να τα καταφέρω! (Απευθύνεται στους συνηγόρους.) Αλλά από την άλλη, θέλω κι εγώ μια χάρη από εσάς! Να μου διαβεβαιώσετε ότι στις εκτελέσεις θα βρίσκεστε κοντά μας!!

1ος συνήγορος: (Ιδιαίτερα συγκινημένος και πάλι.) Και οι δύο θα είμαστε εκεί!! Για ό,τι με αφορά, σας το διαβεβαιώνω, σε ό,τι ιερό έχω!! Για μένα θα είναι μαρτυρικό, αλλά θα παρευρεθώ!! Πρώτον για να σας τιμήσω και δεύτερον για να μαρτυρήσω στο λαό μου, πόσο γενναίοι υπήρξατε μπροστά στο θάνατο!! (Στο βάθος ακούγεται ένα μοιρολόι, που το τραγουδάει ένας κατάδικος, συνοδεύοντάς το με ένα παραδοσιακό σάζι.)

Διευθυντής: Θα προσπαθήσω κι εγώ να είμαι κοντά σας, αυτήν την ύστατη ώρα!!

Γιουσούφ: Τις σορούς μας, μην τολμήσετε να τις θάψετε στα χωριά μας! Έστω κι ακόμα αν επιμένουν οι γονείς κι οι συγγενείς μας!! (Χαμηλώνουν τα φώτα.)

Χιουσεγίν: Στην Άγκυρα, δίπλα στον τάφο του Ταϊλάν Οζγκούρ να μας θάψετε και να παραβρεθείτε και στην κηδεία μας!! (Ταραγμένοι, ο Διευθυντής κι οι δύο συνήγοροι, παραμένουν σιωπηλοί.)

Ντενίζ : (Προς στους Γιουσούφ και Χιουσεγίν.) Πάμε παιδιά! Πάμε στα κελιά μας! (Προς στους συνηγόρους και στο Διευθυντή.) Κύριοι, καληνύχτα σας!! Σας χαιρετούμε προσωρινά και ελπίζουμε να σας ξαναδούμε!! Να σας ξαναδούμε, στις εκτελέσεις μας!!

(Σβήνουν τα φώτα και ο ήχος του τραγουδιού εντείνεται.)



ΜΑΡΚΕΛΛΙΝΟΣ CHAMPAGNAT


 Θεατρικό έργο σε πέντε εικόνες

                                                             του Ιωάννη Μποζίκη


έκδοση 2006

Β΄ Βραβείο θεατρικού έργου 2006

της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών


ΕΙΚΟΝΑ ΠΡΩΤΗ


Ένα ήρεμο βράδυ, στο Rozet μικρό χωριό της κοινότητας Marlhes, η δεκαμελής οικογένεια Champagnat, συγκεντρωμένη στο τραπέζι, δειπνεί, συζητώντας για τα σοβαρά προβλήματα, που έχει δημιουργήσει το αντιχριστιανικό μένος της Γαλλικής επανάστασης. Βεβαίως, εκείνη την εποχή, δηλαδή το φθινόπωρο του 1803, τα πράγματα είχαν αρκετά ηρεμήσει, μια και ο νέος σφετεριστής της εξουσίας, ο Ναπολέων Bonapart, προσπαθούσε, δια του αγαπητού του θείου και νέου Αρχιεπισκόπου της Λυών, Ιωσήφ Fesch να εξομαλύνει τις βαθιά διαταραγμένες σχέσεις μεταξύ του καθολικού κλήρου και του αυταρχικού εθνικού κράτους και να ανατρέψει το βαθύ σχίσμα, που είχε δημιουργηθεί στις σχέσεις της θυγατέρας Γαλλίας με τη μητέρα Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, δείχνοντας ταυτοχρόνως έναν υπέρμετρο σεβασμό προς τo νέο Πάπα, Πίο VII.

Στο σπίτι βρίσκεται από πολύ καιρό και η μοναχή Λουΐζα, αδελφή του Ιωάννη- Βαπτιστή Champagnat, της οποίας το μοναστήρι (Άγιος Σώστης), παραμένει εν μέρει κλειστό, λόγω των βανδαλισμών, που προκάλεσαν οι επαναστάτες.

Στο τραπέζι βρίσκονται επίσης, οι: Ιωάννης- Βαπτιστής Βαρθολομαίος, Ιωάννης-Πέτρος, Ιωάννης- Βαπτιστής Μαρκελλίνος, Άννα-Μαρία, Μαρία-Άννα, Μαργαρίτα-Ρόζα, παιδιά του Ιωάννη-Βαπτιστή και η Μαρία Τερέζα Chirat, μητέρα των παιδιών. Ο πατέρας της οικογένειας, Ιωάννης-Βαπτιστής, βαθιά ταραγμένος και στεναχωρημένος με τις πολιτικές εξελίξεις των ημερών, αλλά και με τον πρόσφατο άξαφνο χαμό του εικοσιτριάχρονου γιου του Ιωάννη-Βαπτιστή (με το ίδιο όνομα του πατρός) σκεπτικός και πολλές φορές οξύθυμος, παρακολουθεί αυτήν τη συζήτηση.

Από δεξιά και στο πίσω μέρος, εμφανίζεται ο πρώτος κατά σειρά ηγούμενος του τάγματος των Μαριανών αδελφών, ο αδελφός Φραγκίσκος, ως αφηγητής του θεατρικού έργου, μια και υπήρξε ο βασικός αυτόπτης μάρτυρας της ζωής του Μαρκελλίνου Champagnat.


ΑΦΗΓΗΤΗΣ :

Απ' τη ζωή

μεγάλα κράζω πάθη

κι εγνώρισα πολλούς

τρομάρα να σκορπάν

από τα τόσα τους τα λάθη.

Κι εγνώρισα το Διαλεχτό

μ' αίμα Θεού φτιαγμένο,

ανίκητο φρουρό Χριστού,

πυλώνα Παναγιάς ταγμένο.

Σαν τιμονιέρης άξιος

πιστό σκοπό βουίζει μες στο κύμα

σηκώνει κουρνιαχτό,

ραντίζει με αγάπη βήμα-βήμα.

Στενάζω και θρηνώ·

σ' αυτό ψευτιά καθόλου

δε μου πρέπει,

βογκάει στο μέσα μου η καρδιά

γι' αυτό, που η ματιά μου βλέπει.

Ετούτο πρώτο θα σας πω

κι ας φουντώνω μοιρολόγια

σαν άνθρωπος, που τον εγνώρισα

με τα φτωχά μου ετούτα λόγια.

Αυτός, που εδώ των Μαριανών

την Αδελφότητα έχει ιδρύσει

μόνο θεού πνοή και προσευχή

τον έχει βοηθήσει.

Από τον ουρανό κατέβηκε

μια δύναμη να τον συντρέξει

και ένα φως της Παναγιάς

ιερό και λαμπερό να τόνε φέξει.


ΛΟΥΪΖΑ: Το ξέρεις, Ιωάννη-Βαπτιστή, ότι εκείνο το κτήνος ξαναγύρισε στην Marlhes;

ΙΩΑΝΝΗΣ-ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ: Για ποιο κτήνος μας μιλάς και πάλι χρυσή μου αδελφή;

ΛΟΥΪΖΑ: Για τον Trailland!!! Μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις αδελφέ μου. Γι' αυτόν τον καταραμένο, το σπιούνο των Δημοκρατικών! Μόλις που πήραμε λίγη ανάσα με το σφετεριστή, νάτος και πάλι, που μας επανεμφανίστηκε. Πώς τα κατάφερε ο διάβολος και ξεγέλασε και τον πανέξυπνο Ναπολέοντα, ένα Θεός το ξέρει! Πέρσι, την ίδια εποχή ακριβώς, ήτανε ένας ορκισμένος αντίπαλός του. Τώρα εμφανίζεται ως κολλητός του Ναπολέοντα και υπερασπιστής των ιδεών του. (Υψώνει τη φωνή.) Τι ειρωνεία της ιστορίας! Τι κατάπτωση και τι κατάντια ειν' αυτή!!!

ΙΩΑΝΝΗΣ-ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ: Σώπα αδελφή μου! Δε χρειάζεται καθόλου νατο φωνάζεις. ( Η Μαρία Τερέζα τρέχει για να κλείσει τα παράθυρα.) Ξέρεις ότι εδώ και οι τοίχοι έχουν αυτιά! Εξάλλου, αυτός έχει τον τρόπο του να διεισδύει μέσα στα σπίτια μας, για να κρυφακούει. Είναι μια κακιά συνήθεια που έχει, ίσως και να είναι η επαγγελματική του ιδιαιτερότητα. Έτσι ακριβώς παρέδωσε αρκετούς αριστοκράτες και κληρικούς στις αρχές. Εξ αιτίας του, για πέντε ολόκληρα χρόνια, ο εφημέριος της κοινότητάς μας, ο κύριος Allirot, κρύφτηκε στο δάσος, εγκαταλείποντας την εκκλησία και τον κλήρο του. Και αν δεν το έκανε, σίγουρα θα σάπιζε μέσα στις φυλακές και στα μπουντρούμια!

ΛΟΥΪΖΑ: Ιωάννη-Βαπτιστή, δεν αντέχω πια την αδικία με τα καμώματα αυτού του άπιστου και της παράταξής του! Τρία ολόκληρα χρόνια προσπαθούμε ν' αναστηλώσουμε τον Άγιο Σώστη, από τις καταστροφές, που προξένησαν οι επαναστάτες του Javogue. Και το ξέρεις πολύ καλά κι εσύ, ότι δεν άφησαν τίποτις όρθιο. Όλα τα ομοιώματα των αγίων τα ατιμάσανε. Ίσως, να χρειαστούμε αρκετά χρόνια για να διορθώσουμε τις ζημιές. Τελικά, αυτοί οι φίλοι σου, οι επαναστάτες, υπήρξαν και οι μεγαλύτεροι ληστές... Με τη δικαιολογία της επανάστασης, λεηλατούσαν ό,τι τους τύχαινε μπροστά τους. Ο σκοπός τους ήταν να πλουτίσουν. Αυτό που δεν πέτυχαν σ' ολόκληρη τη ζωή τους, το πέτυχαν με μια επανάσταση. Ωραία λύση αδελφέ μου· όταν δε σου φτάνουν τα χρήματα, πας και τα παίρνεις από τους άλλους! Τι άδικη και τι σκοτεινή κοινωνία καταντήσαμε!

ΙΩΑΝΝΗΣ-ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ: Αδελφή μου!!! Μη παραφέρεσαι, διότι στο κάτω-κάτω κι εγώ, ο αδελφός σου, υπήρξα και είμαι Πρόεδρος των Δημοκρατικών σε αυτήν την κοινότητα και αυτές οι κατηγορίες, ίσως να βαραίνουν κι εμένα τον ίδιο!

ΛΟΥΪΖΑ: Αγαπητέ μου αδελφέ, εσύ δε λεηλάτησες, δεν έκαψες, δεν ατίμασες, δεν πρόδωσες! Δεν είναι καθόλου το ίδιο πράγμα ... Αντιθέτως, ως Πρόεδρος, με την εξουσία που είχες, προστάτεψες την κοινότητά μας από τις επιδρομές του Javogue. Χάρη σ' εσένα, τη γλιτώσανε όλοι εδώ στο χωριό. Χρόνια ολόκληρα, έκρυψες στο σπίτι μας και σε άλλα συγγενικά σπίτια, κυνηγημένους κι ανεπιθύμητους κληρικούς, για να τους προστατέψεις. Χωρίς τη βοήθειά σου, θα είχανε συλληφθεί και στη συνέχεια εκτελεστεί στη γκιλοτίνα. Αυτός όμως, ο Ιούδας, όπως και η παράταξή του, έκαναν απερίσκεπτα πράγματα και να που τώρα και πάλι, τον έχουμε κοντά μας. Ω, Άγιε Φραγκίσκο de Regis, βοήθα μας και πάλι!!!

ΜΑΡΙΑ-ΑΝΝΑ: Θεία μου, νομίζω ότι κάνεις ένα μεγάλο λάθος. Συγχέεις την επανάσταση με την τρομοκρατία του Robespierre. Για όλα αυτά, που ανέφερες, ευθύνεται η τρομοκρατία! Και όχι ο επαναστατημένος λαός, που σκοπό είχε να αποκτήσει την ελευθερία του και να τακτοποιήσει τις πρώτες ανάγκες του προς το ζην. Γι' αυτά τα εγκλήματα και τις κλοπές, δεν ευθύνεται ο λαός, δεν ευθύνεται ο αγρότης!!! Θεία μου, κατάλαβέ το επιτέλους!!!

ΜΑΡΙΑ-ΤΕΡΕΖΑ: Κόρη μου! Σε παρακαλώ! Ας σταματήσουμε αυτή την κουβέντα εδώ! Δεν οδηγεί πουθενά!Ο καθένας μας τα βλέπει διαφορετικά και δε θέλω πάλι να τσακωθείτε για τα πολιτικά! Άνδρα μου! Ήθελα κάτι να σου πω! Αλήθεια, τώρα μου ήρθε στο νου! Προχτές, σαν να σε είδα να συνομιλείς με κάποιον, που μου θύμιζε τον Trailland. Δεν πιστεύω να μας κρύβεις κάτι; (Πετιέται ο Μαρκελλίνος.)

ΜΑΡΚΕΛΛΙΝΟΣ: Ναι πατέρα κι εγώ ήμουνα με τη μητέρα και φαινόσουν εκνευρισμένος στη συνομιλία σου με αυτόν τον κύριο.

ΜΑΡΙΑ-ΤΕΡΕΖΑ: Μαρκελλίνε! Μην ανακατεύεσαι στην κουβέντα μας! Είσαι μικρός ακόμη για τέτοιες συζητήσεις!

ΜΑΡΚΕΛΛΙΝΟΣ: Μα μητέρα, αν αυτός ο κύριος, είναι ο Trailland, πρέπει οπωσδήποτε να ενημερώσουμε τον εφημέριο Allirot, για να προστατευτεί από μια ενδεχόμενη κακόβουλη πράξη του.(Σηκώνεται από το τραπέζι.) Εγώ, πάω να τον ενημερώσω αμέσως!

ΙΩΑΝΝΗΣ-ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ: Κάτσε κάτω γιέ μου! Δε χρειάζεται καθόλου να τον ενημερώσεις! Ο Trailland έχει αλλάξει γνώμη. Δεν είναι ο ίδιος, που γνωρίζαμε. Από σκληρός επαναστάτης, έγινε σκληροπυρηνικός πατριώτης. Κατ' εντολή του Κόνσολου, ήρθε να μας εμψυχώσει και να ενθαρρύνει το χαμένο μας πατριωτικό ύφος. Αλλά, πού να το πετύχει ... Ποιος θα τον πιστέψει, ποιος θα τον εμπιστευτεί; Χτες μόλις, κυνηγούσε τους βασιλικούς και τους αντιφρονούντες κληρικούς και τώρα, ζητάει από αυτούς τους ίδιους συμπόνια και χάρη, με σκοπό να διοργανώσει ένα νέο στρατιωτικό σώμα, αποτελούμενο από νέους. Δε μας έφτανε η επανάσταση, έχουμε και τα επακόλουθά της. Ένα ολόκληρο έθνος ξεκληρίστηκε και η Γαλλία μας έχασε τα πιο λαμπρά παιδιά της, στο βωμό της επανάστασης... Και τώρα μας σέρνουν σε μια άλλη περιπέτεια, σ' ένα μακρόχρονο πόλεμο, με σκοπό να κυριεύσουμε την Ευρώπη.

ΛΟΥΪΖΑ: Και τι του απάντησες αδελφέ μου;

ΙΩΑΝΝΗΣ-ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ: Τίποτις...Εμείς δεν έχουμε τη δυνατότητα να συλλέξουμε νέους άνδρες για το στράτευμα. Το μόνο που μας μένει, είναι να ξαναεπανδρώσουμε τη διαλυμένη χωροφυλακή και να καλέσουμε τις επίλεκτες κλάσεις των έμπειρων βετεράνων. Αλλά αυτό δε θα ωφελήσει σε τίποτα, διότι η γενιά αυτή είναι αρκετά κουρασμένη.

ΛΟΥΪΖΑ: Χα! Χα! Χα! Κουρασμένοι ή όχι, θα σας στείλουνε στη μάχη και στα πενήντα σας και στα εξήντα σας και στα εβδομήντα σας χρόνια αν είναι δυνατόν. Και δε θα ξεφύγετε καθόλου...

ΙΩΑΝΝΗΣ-ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ: Εμάς και στα εβδομήντα μας να μας επιστρατεύσουν, το ίδιο κάνει. Αλλά να επιστρατεύσουν και τα παιδιά μας, για να τα στείλουν στην άκρη του κόσμου και να τα σκοτώσουν, αυτό τουλάχιστον είναι κάτι που δεν μπορώ να το ανεχτώ!

ΛΟΥΪΖΑ: Αδελφέ μου! Με το σφετεριστή όλα να τα περιμένεις. Αυτός, για τη δόξα του έθνους και για την προσωπική του περηφάνια, είναι ικανός να θυσιάσει τους πάντες.

ΙΩΑΝΝΗΣ-ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ: Και πότε αυτά τα νιάτα θα βρουν το χρόνο να χαρούν τη ζωή τους, πότε θ' ασχοληθούν με τη μόρφωσή τους; Το ξέρεις αδελφή μου, ότι με την επανάσταση μπήκαμε σ' ένα λαβύρινθο!

ΛΟΥΪΖΑ: Σε μένα το λες! Δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια έχεις αφοσιωθεί σ' αυτό το καταραμένο έργο που λέγεται επανάσταση και δε βλέπω φως πουθενά. Προσπαθώντας να σώσεις τον κόσμο, άφησες χωρίς μόρφωση τα ίδια τα παιδιά σου. Μπορεί να λες ότι δεν είχαν καλές επιδόσεις στα γράμματα, αλλά κι εσύ δεν έκανες κάτι να τα βοηθήσεις.

ΜΑΡΙΑ-ΤΕΡΕΖΑ: Άνδρα μου! Η νύφη μου έχει δίκιο. Τίποτα δεν κάναμε για να βελτιώσουμε τη ζωή τους. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, τα παιδιά μας είναι σε χειρότερη μοίρα από εμάς ή τουλάχιστον από εσένα! Εσύ, έμαθες και μερικά γράμματα και σε ωφέλησαν. Χάρη σ' αυτή τη μόρφωση κατόρθωσες και έγινες Πρόεδρος του χωριού.

ΙΩΑΝΝΗΣ-ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ: Να μη γινόμουν ποτέ!!!! Καταραμένη να ήταν η ώρα εκείνη ...

ΛΟΥΪΖΑ: Μαρία-Τερέζα, βλέπεις, είναι όπως το λέει το ρητό «Του τσαγκάρη τα παιδιά ξυπόλητα γυρνάνε». (Πετιέται ο Ιωάννης Πέτρος.)

ΙΩΑΝΝΗΣ-ΠΕΤΡΟΣ: Δεν είναι έτσι θεία, όπως τα λες!!! Εδώ και ένα χρόνο δουλεύω σκληρά και δημιούργησα με το μικρό μου αδελφό, Μαρκελλίνο, ένα υπέροχο κτηνοτροφείο. Ήδη έχουμε πενήντα πρόβατα και στο εγγύς μέλλον, αν μας ευνοήσει η τύχη ... (Τον διακόπτει η Λουΐζα.)

ΛΟΥΪΖΑ: Αν σας ευνοήσει η τύχη, in nomine Patris, αν...ο Θεός να πεις!...

ΙΩΑΝΝΗΣ-ΠΕΤΡΟΣ: Έστω! Αν ο θεός μας ευνοήσει, θα έχουμε το μεγαλύτερο κοπάδι στην περιοχή.

ΛΟΥΪΖΑ: Κοπάδι και λεφτά θα έχετε! Αλλά μόρφωση καθόλου! Γράμματα, δε σας βλέπω να μαθαίνετε!!! Ιωάννη-Πέτρο, παιδί μου, με τα λεφτά δε σώζεστε κι ούτε και με το μεγάλο κοπάδι θα ευτυχήσετε.

ΙΩΑΝΝΗΣ-ΠΕΤΡΟΣ: Κι όμως θεία μου, μαζέψαμε ήδη 120 φράγκα. Στην εποχή μας ποιος τα κερδίζει αυτά τα χρήματα; Το κρέας όλο και σπανίζει. Ήδη, με την επανάσταση, έγινε περιζήτητο τρόφιμο και τώρα με τον πόλεμο χρυσές δουλειές θα κάνουμε. Θα δεις θεία μου, ότι το βιοτικό μας επίπεδο θα ανέβει πιο πολύ.

ΛΟΥΪΖΑ: Εάν δε σας στείλει σε κανένα μέτωπο ο σφετεριστής! Ιωάννη- Πέτρο μιλάς για κέρδη, για βιοτικό επίπεδο, όταν ο κόσμος ταλαιπωρείται, όταν έχουμε πόλεμο, όταν με την καταραμένη επανάσταση έχουν διαλυθεί οι κρατικές υποδομές, σχολεία, νοσοκομεία, δημόσια κτίρια, εκκλησίες και μοναστήρια!

ΙΩΑΝΝΗΣ-ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ: Χα! Χα! Χα! Ο αδελφός μου από αγρότης θέλει να γίνει αστός!

ΛΟΥΪΖΑ: Αστός να γίνει, αλλά ας κοιτάξει και λίγο τη μόρφωσή του (Απευθύνεται στον Ιωάννη-Πέτρο.) Άκου Ιωάννη-Πέτρο, το μόνο που σε παρακαλώ, είναι να αφήσεις τον αδελφό σου Μαρκελλίνο ελεύθερο, για να σπουδάσει και να μην τον παρασύρεις στις περιπέτειές σου, που δεν οδηγούν πουθενά!

ΙΩΑΝΝΗΣ-ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ: Να σπουδάσει ο Μαρκελλίνος; Τί λες θεία, τώρα, στα δέκα τέσσερά του χρόνια;

ΛΟΥΪΖΑ: Παιδί μου, δεν είναι αργά καθόλου. Έστω αυτός, να μάθει λίγα γράμματα!

ΙΩΑΝΝΗΣ-ΠΕΤΡΟΣ: Ο αδελφός μου! Θα πάει στο σχολείο και θα παρατήσει το κοπάδι! Αυτό μου φαίνεται λίγο περίεργο. Και θα μάθει λατινικά; Και σε τί θα του χρησιμεύσουν θεία μου;

ΛΟΥΪΖΑ: Άφησε τα περιττά λόγια· εξάλλου, δε θα το αποφασίσεις εσύ αυτό. Είναι θέμα αποκλειστικά του Μαρκελλίνου!

ΙΩΑΝΝΗΣ-ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ: Θεία! Εχθές συνάντησα τον Κλαύδιο Duplay. Λέει, πως ένας ιερέας ονομαζόμενος Cartal εμφανίστηκε στους εφημέριους Peyrard και Allirot, με σκοπό να βρει αφοσιωμένους μαθητές για το μεγάλο σπουδαστήριο της Λυών. Μάλλον, εχθές φιλοξενήθηκε στο πρεσβυτέριο του πατέρα Peyrard και δείπνησε στους φίλους μας τους Duplay.

ΜΑΡΙΑ-ΤΕΡΕΖΑ: Ναι παιδί μου, το ξέρω και εγώ. Εχθές το πληροφορήθηκα από τον εφημέριό μας, πατέρα Allirot. Είναι ένας απεσταλμένος του Καρδινάλιου Ιωσήφ Fesch. Οργώνει πόλεις και κωμοπόλεις προς αναζήτηση ιερατικών κλίσεων. Στην επίσκεψή του, στον εφημέριο Peyrard, εξέθεσε το λόγο της αφίξεώς του στην κοινότητά μας.

ΛΟΥΪΖΑ: Και ποια ήτανε, νύφη μου, η απάντηση του Peyrard;

ΜΑΡΙΑ-ΤΕΡΕΖΑ: Δεν ξέρω ακριβώς, αλλά όπως έμαθα του προτείνανε να επισκεφθεί την οικογένειά μας.

ΛΟΥΪΖΑ: Λες να έρθει σ' εμάς, προς αναζήτηση νέων σπουδαστών για το Ιερατείο της Λυών;

ΜΑΡΙΑ-ΤΕΡΕΖΑ: Μάλλον έτσι πρέπει να είναι. Ίσως κάποια από τα παιδιά μας να θελήσουν να ακολουθήσουν τις ιερατικές σπουδές στη Λυών.

ΛΟΥΪΖΑ: Τι ωραία, παιδιά μου! Δόξα σοι Θεέ μου! Μάλλον έκανες το θαύμα σου! Τουλάχιστον να σωθεί ο Μαρκελλίνος μας και έτσι, ίσως να μάθει και γράμματα.

ΙΩΑΝΝΗΣ-ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ: Εγώ πάντως θεία μου, δεν ενδιαφέρομαι να γίνω ιερωμένος!!!

ΙΩΑΝΝΗΣ-ΠΕΤΡΟΣ: Κι εγώ το ίδιο αδελφέ μου! Και δεν πιστεύω Μαρκελλίνε, να μας εγκαταλείψεις για να πας στη Λυών; Στο κάτω-κάτω, έχουμε μια επιχείρηση και βάλαμε ένα σκοπό στη ζωή μας· Μαρκελλίνε, μη μου τα χαλάς τώρα!

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ-ΡΟΖΑ: Μητέρα και πότε λες να έρθει αυτός ο περίφημος ιερέας;

ΜΑΡΙΑ-ΤΕΡΕΖΑ: Μπορεί, από στιγμή σε στιγμή κόρη μου.

ΙΩΑΝΝΗΣ-ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ: Καλά!!! Και γιατί δε με ενημέρωσες γυναίκα μου; Έτσι θα δεχθούμε έναν υψηλά ιστάμενο του σπουδαστηρίου της Λυών στο σπίτι μας και χωρίς προετοιμασία; Τι πας να μας κάνεις; Έκπληξη;

ΜΑΡΙΑ-ΤΕΡΕΖΑ: Δε μ' αφήσατε και το χρόνο να σας το πω! Από την ώρα που καθίσαμε στο τραπέζι, συζητάτε γι' αυτή την καταραμένη επανάσταση και για τα καμώματα του Trailland και του Javogue!!

ΙΩΑΝΝΗΣ-ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ: Ωραία, Ωραία!!! Ελπίζω να τον καλωσορίσουμε όπως πρέπει. Τουλάχιστον φέρε στο τραπέζι κανένα ποτό και μερικές δίπλες για να τον τρατάρουμε!

ΙΩΑΝΝΗΣ-ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ: Ο πατέρας μου, ο επαναστάτης! Κοίτα τρόπους που έχει με τους κληρικούς! Και ποτό και δίπλες! Λες και δεν είχαμε επανάσταση σ' αυτόν τον τόπο. Είπαμε πατέρα να μην κάνουμε κακό στην εκκλησία, αλλά μην μετατρέπουμε και το σπίτι μας σε ιερατείο.

ΙΩΑΝΝΗΣ-ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ: Τα πράγματα, εκεί που φτάσανε τώρα, δε μας δίνουν τη δυνατότητα να κάνουμε πίσω. Και ο Duplay αλλά και ο εφημέριος Allirot όφειλαν να μας ενημερώσουν προτού προτείνουν στον ιερέα Cartal την οικογένειά μας.

ΛΟΥΪΖΑ: Και τι θα έκανες αδελφέ μου; Θα τους έλεγες όχι, δε θέλω να σας συναντήσω ... Σου δίνεται μια ευκαιρία να σπουδάσεις τα παιδιά σου και εσύ το αρνείσαι. Εχ! Άφησε τότε τους γιους σου ν' ασχολούνται με τα χωράφια και τα κοπάδια τους. Τουλάχιστον, ας κοιτάξουμε να τον καλοδεχτούμε και να μη γινόμαστε αντιδραστικοί!

ΜΑΡΚΕΛΛΙΝΟΣ: Πατέρα, μητέρα, ακούω φωνές! Μάλλον αυτοί πρέπει να είναι! (Στο βάθος του κήπου ακούγονται φωνές.)

ΙΩΑΝΝΗΣ-ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ: Τόσο νωρίς! Ούτε χρόνο να μην έχω να ετοιμαστώ!

ΛΟΥΪΖΑ: Δεν πειράζει αδελφέ μου, αυτά ποιος τα κοιτάζει! Αυτοί είναι συνηθισμένοι όταν οργώνουν την επαρχία. (Χτυπάει η πόρτα τρεις φορές.)

ΜΑΡΙΑ-ΤΕΡΕΖΑ: Μαρία-Άννα! Τρέξε ν' ανοίξεις την πόρτα. (Η Μαρία- Άννα τρέχει ν' ανοίξει την πόρτα. Εμφανίζεται πρώτος ο Κλαύδιος Duplay και στη συνέχεια ο ιερωμένος Cartal.)

ΜΑΡΙΑ-ΑΝΝΑ: Περάστε κύριοι! Περάστε Αιδεσιμότατε!

ΚΛΑΥΔΙΟΣ DUPLAY: Καλησπέρα Μαρία-Άννα! Συνοδεύω τον ιερωμένο Cartal, εκπρόσωπο του Καρδιναλίου μας. Ήρθαμε λίγο απρόοπτα και θα σας ενοχλήσουμε για λίγο.

ΜΑΡΙΑ-ΑΝΝΑ: Περάστε κύριοι, παρακαλώ! Οι γονείς μου, έχουν ενημερωθεί για την επίσκεψή σας. (Χαιρετάει τον ιερέα και τον Κλαύδιο Duplay και προχωράνε στο σημείο, όπου είναι συγκεντρωμένη η οικογένεια.)

ΙΩΑΝΝΗΣ-ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ: Καλώς ήρθατε κύριοι! Περάστε να πάρετε κάτι· να δοκιμάσετε και τις δίπλες της γυναίκας μου, που μόλις το απόγευμα τις έφτιαξε ...

ΚΛΑΥΔΙΟΣ DUPLAY: Δεν θα καθίσουμε για πολύ, διότι ο Αββάς Cartal δεν έχει αρκετό χρόνο. Αύριο το πρωί πρέπει να ταξιδέψει προς άλλες κατευθύνσεις. Βλέπετε, Ιωάννη-Βαπτιστή, τα δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια που διήρκεσε το μίσος των επαναστατών εναντίον της εκκλησίας, σάρωσε τα πάντα και επηρέασε κατά πολύ και τα φυτώρια για την ανεύρεση ιερατικών και μοναστικών κλίσεων.

ΙΩΑΝΝΗΣ-ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ: Φίλε μου! Μην ανοίγουμε παλιές πληγές και ελάτε στην ουσία παρακαλώ! Αιδεσιμότατε, ποιος είναι ο λόγος της επίσκεψής σας;

ΑΒΒΑΣ CARTAL: Έμαθα πώς έχετε καλά παιδιά. Μήπως κανένα από αυτά θα ήθελε να γίνει ιερέας; Το γνωρίζετε πιστεύω, ότι η Αρχιεπισκοπή μας έχει τρομερές ελλείψεις σε κληρικούς. Η πρώτη φροντίδα του Επισκόπου μας είναι να επουλωθεί αυτό το μεγάλο κακό και κενό, που άφησε η επανάσταση.

ΙΩΑΝΝΗΣ-ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ: Ad rem, Αιδεσιμότατε! Ας γυρίσουμε στα δικά μας κι ας αφήσουμε τα της επανάστασης! Εγώ δε μπορώ να πάρω καμιά απόφαση για τα παιδιά μου. Οι γιοι μου είναι εδώ και ας αποφασίσουν οι ίδιοι, ad libitum, χωρίς περιορισμούς. Μπορείτε να τους ρωτήσετε! Αλλά πρώτα, καθίστε στο τραπέζι να πάρετε ένα ποτό. (Οι επισκέπτες παίρνουν θέση στο τραπέζι.) Οι μεγάλοι μου γιοι, δεν ξέρω αν ενδιαφέρονται για τα ιερατικά. Ίσως να θέλει ο Μαρκελλίνος μου, που ξεχωρίζει από τ' αδέλφια του.

ΙΩΑΝΝΗΣ-ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ: Πατέρα, εγώ πάντως ιερέας δε γίνομαι! Είμαι 26 χρονών και δε θα μάθω γράμματα στην ηλικία που είμαι! Εάν ασχοληθώ με τα ιερατικά, πρέπει ν' αλλάξω τρόπο ζωής και στο κάτω-κάτω της γραφής δε μ' ενδιαφέρει καθόλου! Πατέρα, θέλεις να έχεις ένα γιο ιερέα και να τον κυνηγάει το κράτος; Όχι! Εγώ τουλάχιστον δε θα γίνω στόχος όπως ο εφημέριός μας, πατήρ Allirot! Οργώνω τη γη, ασχολούμαι με τα αγροκτήματα και είμαι πολύ ευτυχισμένος και στο κάτω-κάτω, πρέπει να μεγαλώσει κι η οικογένειά μας. Εάν παντρευτώ, ίσως να αποκτήσεις και εγγόνια. Δε θα χαιρόσουν για τα εγγόνια σου, που τα περιμένεις με τέτοια λαχτάρα; (Ο πατέρας παραμένει σιωπηλός.)

ΙΩΑΝΝΗΣ-ΠΕΤΡΟΣ: Και εγώ πατέρα, μόλις έκλεισα τα 17 μου χρόνια. Δεν ξέρω εάν το καταλαβαίνεις; Τουλάχιστον, στην ηλικία που είμαι, δεν έχω δυνατότητες να μάθω γράμματα! Επιπλέον είμαι και πολύ ευτυχισμένος με τη δουλειά μου, με την επιχείρηση που δημιούργησα. Δε θα θυσιάσω το κτηνοτροφείο για το σπουδαστήριο! Βλέπεις, ότι με τον αδελφό μου Μαρκελλίνο, κάναμε μια συμφωνία κυρίων στην επιχείρησή μας. Τώρα εάν αυτός αποφασίσει να πάει στο σπουδαστήριο της Λυών, εγώ δε θα τον εμποδίσω. Θα δουλέψω μόνος μου και πιστεύω ότι θα τα καταφέρω!

ΑΒΒΑΣ CARTAL: Μάλλον αγαπητέ μου Κλαύδιε, βλέπω ότι δεν έχουμε καμιά ελπίδα και μου φαίνεται ότι πέσαμε σ' ένα πολύ αρνητικό περιβάλλον!

ΚΛΑΥΔΙΟΣ DUPLAY: Μαρκελλίνε! Για πες μας, εσύ τι σκοπό έχεις στη ζωή σου; Σ' ενδιαφέρει να γίνεις ιερωμένος;

ΜΑΡΚΕΛΛΙΝΟΣ: (Τρομαγμένος) Μα, κύριε εγώ... εγώ έχω την επιχείρησή μου, έδωσα το λόγο μου και δε ... δε μπορώ να εγκαταλείψω τον αδελφό μου και ... και να τον αφήσω στη μέση.

ΑΒΒΑΣ CARTAL: Παιδί μου Μαρκελλίνε, μήπως θέλεις να γίνεις σαν εμένα, ιερέας και καθηγητής;

ΜΑΡΚΕΛΛΙΝΟΣ: (Αρθρώνοντας μερικές δυσνόητες λέξεις.) Μα ... μα, πώς ... πώς να γίνω καθηγητής, αφ ... αφού δεν ξέρω γράμματα, δεν ξέρω λα ... λατινικά.

ΑΒΒΑΣ CARTAL: Παιδί μου! Μην είσαι τόσο φοβισμένος! Μίλα μου πιο ελεύθερα, όπως μιλάς στους γονείς σου! Απλώς θέλω να μας πεις, εάν ενδιαφέρεσαι να γίνεις ιερέας; Για τα άλλα, μη νοιάζεσαι καθόλου! (Πετιέται η θεία Λουΐζα.)

ΛΟΥΪΖΑ: Μαρκελλίνε, πες ναι! Εξάλλου, όταν θέλει κάποιος, αναμφισβήτητα μπορεί. Πρέπει να γίνεις ιερέας! Όχι επειδή μέσα από το ιερατείο θα μάθεις γράμματα, αλλά επειδή στα μάτια σου παιδί μου, διαβάζω την αθωότητα. Θα γίνεις ιερέας, παρακάμπτοντας όλα τα εμπόδια που θα βρεθούν μπροστά σου. Θα σε βοηθήσει και η Θεία Πρόνοια του Αγίου Ιωάννη Φραγκίσκο Regis. Πες το ναι, και θα γίνει ένα θαύμα.

ΜΑΡΚΕΛΛΙΝΟΣ: (Παίρνοντας θάρρος με την επέμβαση της θείας Λουΐζας.) Θεία, το ξέρεις πολύ καλά, ότι ο Θεός, ο Χριστός, η Παναγία, με συναρπάζουν! Αλλά αυτά τα καταραμένα γράμματα, εάν δεν υπήρχαν, χωρίς καμιά αμφιβολία, θα έλεγα ναι!

ΑΒΒΑΣ CARTAL: Παιδί μου, ex animo, σε βλέπω πολύ καταρτισμένο στην αγάπη σου προς το Θεό και την Πίστη μας! Είσαι ότι θέλει η Εκκλησία μας! Εάν δεν ήσουν καταρτισμένος με σαφήνεια στην πίστη μας και γράμματα να γνώριζες, δεν θα σε πρότεινα για το Ιεροσπουδαστήριό μας! Αλλά βλέπω ότι έχεις επουράνια έμπνευση. Βλέπω, ότι αυτή η θέλησή σου, η δίψα σου για το Θεό, θα στεριώσει και θα πραγματοποιήσεις τη συγκεκριμένη θέλησή Του, μπροστά στα ανυπέρβλητα εμπόδια που σου εμφανίζονται.

ΛΟΥΪΖΑ: Αιδεσιμότατε! Το Μαρκελλίνο θα τον αναλάβω εγώ. Ένας συγγενής μας δάσκαλος, ο κύριος Arnaud, που διδάσκει στον Άγιο Σώστη, ίσως καταφέρει να τον μυήσει στα λατινικά και να του μάθει γράμματα. Και με του Θεού τη βοήθεια, θα γίνει ένας καλός καθηγητής και ένας άξιος ιερέας. Άξιος της πίστης μας!!! Τώρα, αδελφέ μου, νύφη μου, παιδιά μου, Αιδεσιμότατε, φίλε μου Κλαύδιε, ένας νέος ορίζοντας ανοίγεται στη ζωή του Μαρκελλίνου! Ας το γιορτάσουμε, ας το χαρούμε, και ο Θεός ας είναι βοηθός του!

ΑΝΝΑ-ΜΑΡΙΑ: (Απευθύνεται στη μητέρα της.) Μάνα, πιστεύω ότι ο Μαρκελλίνος θα τα καταφέρει! Και άλλα παιδιά στην ηλικία του μάθανε γράμματα και έγιναν σπουδαίοι δάσκαλοι και ιερείς ... Με τη βοήθεια του Αγίου Φραγκίσκου Regis, πιστεύω ότι θα τα καταφέρει όλα! Θεέ μου, τι περήφανη που νιώθω για τον αδελφό μου!

ΛΟΥΪΖΑ: Αιδεσιμότατε, δεν πήρατε τίποτα· ούτε μια δίπλα δε φάγατε. Είναι ευκαιρία να πιούμε ένα ποτό για να γιορτάσουμε, una voce, αυτό το ωραίο γεγονός. Επίσης, θέλω να ευχαριστήσετε τον επίσκοπό μας, το Σεβασμιότατο κύριο Fech, που δέχεται με τόση αγάπη το Μαρκελλίνο μας, στην ιεροσύνη!

ΜΑΡΙΑ-ΤΕΡΕΖΑ: Γιε μου, πρέπει να πάμε στο La Louvesc και να προσευχηθούμε στον τάφο του Αγίου Φραγκίσκου Regis και να ζητήσουμε από Αυτόν, να μας τα φέρει όλα βολικά. Θα το κανονίσω σύντομα αγόρι μου αυτό το ταξίδι!

ΜΑΡΚΕΛΛΙΝΟΣ: Ναι μητέρα! Πόσο θα ήθελα να πάω στον τάφο του και να γονατίσω!

ΙΩΑΝΝΗΣ-ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ: (Σκεπτικός, σκύβει το πρόσωπό του μπροστά στο τραπέζι.) Δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια υπηρέτησα την επανάσταση, θυσιάζοντας ακόμη και τη ζωή μου! Αν και δεν υπήρξα διώκτης των κληρικών εγώ προσωπικά, εντούτοις, δε θα φανταζόμουν ότι ένας από τους γιους μου, θα προοριζόταν ως ιερέας!

ΛΟΥΪΖΑ: Δεν πειράζει αδελφέ μου! Θα το συνηθίσεις και αυτό με το χρόνο! Έλα, έχε γεια για τώρα! (Σηκώνει το ποτήρι της.) Ας το χαρούμε μια κι ο Θεός το θέλει ...

ΙΩΑΝΝΗΣ-ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ: (Πάλι σκεπτικός, σηκώνοντας το ποτήρι του.) Έστω, ας είναι όπως το λες, μια και ο Θεός το θέλει ...

(Σβήνουν τα φώτα στο σημείο που είναι συγκεντρωμένη η οικογένεια Champagnat και από το βάθος εισέρχεται στην αίθουσα, ο αφηγητής.)


ΑΦΗΓΗΤΗΣ:

Λένε πως γλώσσα κληρικού

λόγια πολλά δεν σπαταλάει,

είναι σαν γλώσσα θεϊκή

κι όλο αλήθεια κουβαλάει.

Και δε βολεύεται πλούσια καρδιά,

δίχως να βγάλει γλώσσα για να ξελαφρώσει

και ξεχειλίζει σαν τον άμβικα μεμιάς

για ν' αποστάξει μέσ' απ' την ψυχή,

αλήθειες και καλά που 'χει φουσκώσει.

Θεέ μου, Ουράνιε! Σε ευχαριστώ,

που βλέπω το βασίλειό σου

τη μαύρη κόλαση να πολεμάει,

στον Άδη Ιούδες και οχιές να συγκεντρώνονται

και στη Γαλλία μας

πρίμος καιρός πια να φυσάει!

Δε χάρηκα ποτές, τόσο χαρά,

να κάνει τόσο πλούσια τη ζωή μου,

στην τιμημένη μέρα που ειν' αυτή

και ράνει την εξόρμησή μου!

Σ' ευχαριστώ! Συ πλάστη μου,

που ξέρεις πάντα να διαλέγεις,

φρουρούς ανίκητους, πιστούς

όπως Εσύ το κρίνεις και πιστεύεις!

Στο Μαρκελλίνο μας, δώσε το χέρι σου

να πάει όπου Εσύ τ' ορίζεις,

όπου αστραφτερός είναι ο Νους,

κι όπου Εσύ ανήσυχος στριφογυρίζεις!

(Εισέρχεται από δεξιά, τετραμελής χορός καλογριών.)


ΧΟΡΟΣ:

Θάρρος βλαστάρι τρυφερό,

θάρρος και στουρναέρια μη φοβάσαι,

αγκαθωτός κι αν είναι ο δρόμος σου,

πάντα πυλώνας πίστης θα 'σαι!

Για το μεγάλο το σκοπό αυτό,

πρέπει να έχεις τα εφόδια

για να τσακίσεις με ορμή,

της μοίρας τα εμπόδια.

Χαίρε Μαρία, το βλαστάρι σου!

Χαίρε, το Μαρκελλίνο!

Πιστός στρατιώτης σε ακολουθεί,

στο Δρόμο που εχάραξες, Εκείνο!