Διάβασε τον ήλιο και τον ουρανό,

την ιστορία και την συνείδησή σου!

Ίσως λυτρωθείς από τον Θάνατο!!!

Αχ, πατρίδα μου,

μην χάσεις το θάρρος σου!

Εγώ, αντέχω!!!


Πατρίδα μου Ελλάδα, όταν έχεις ....


Όταν έχεις Όμηρο, Αισχύλο, Ευριπίδη, Σοφοκλή,

Κάλβο, Σολωμό και Παλαμά

δεν κινδυνεύεις πατρίδα μου Ελλάς!

Όταν έχεις Καζαντζάκη, Καβάφη, Σικελιανό,

Σεφέρη, Ελύτη, Λειβαδίτη,

Ρίτσo, Βάρναλη, Τερτίπη

και όλους τους ποιητές σου

και πάλι, δεν κινδυνεύεις γλυκύτατή μου Ελλάς

και μπορείς να κοιμάσαι ήσυχα.

Κινδυνεύεις όμως, όταν αγνοείς, όταν περιφρονείς

ή και ακόμα αμφισβητείς αυτούς όλους εδώ τους παραπάνω

και κάνεις είδωλό σου, μόνο τους ασήμαντους,

τους μακάβριους, τους επιτήδειους,

τους μασκοφόρους και τους καιροσκόπους.




Ιωάννης Μποζίκης

Στο Μάτι του θανάτου (2016)


Μέσα στο κύμα γεννήθηκε η Ελλάδα, μύθος μέγιστος! 


Ομήριος Ύμνος


Όσο ποτέ πρωτόβγαλτος

κι αν έφτασες από τα άδεια,

πρωτόπλαστος ξεπρόβαλλες

απ' της Αβύσσου τα σκοτάδια.


Μυριάδες Έλληνες διαλάλησαν

παντού σ' Ανατολή και Δύση,

της βούλησής σου τ' ανεξίτηλο

μ' ολόθερμο μεθύσι.


Μετέφερες την ¨επινόηση",

μετέφερες "τον Τρωικό το Μύθο",

"του Οδυσσέα την επιστροφή"

με το θεόπνευστό σου στίχο.


Κι ως άρχισες κι έπιασες

τρανότολμη μια σμίλη,

χάραξες μες στις μνήμες μας

του πνεύματος όλη την ύλη.


Εμόχθησες σκληρά, αρμονικά,

με αφοσίωση κι ιδιαίτερη χημεία,

κελάρυσες του λόγου τον ρυθμό

μ' ελληνολάτρισσα μαγεία.


Ανάβλυσαν τα πλήθια λόγια σου

με μιαν τρανή φωνή, που μένει

κι έγιναν πρωτάκουστος αντίλαλος

και λέει και δε σωπαίνει.


Στων Ελλήνων τη γη και τον ουρανό

έστησες ένα πρωτόφαντο μεθύσι,

έστησες μια γλώσσα θεϊκή

φλόγα ενάρετη, ποτέ που δε θα σβήσει.




Ιωάννης Μποζίκης

Εκεί στον ίδιο πάντα τόπο, ορθός.

QUALIS REX TALIS GREX ( 2010 )

Με το ψέμα απλώς κυβερνάς,

με την αλήθεια κάνεις έργα και θαύματα.


Αθήνα 2015


Αθήνα, πολιτεία που δεν ζει.

Η μοίρα της στην μέθη του θανάτου βουτηγμένη.

Εδώ, κάποιο παιδί κόβει τις φλέβες του.

Ίσως να' χει χορτάσει την ζωή,

ίσως την καταφρόνια του να εκδικείται.

Αλλού μια μάνα άνεργη

με δυο κουτσούβελα στην αγκαλιά

αντί ψωμί την δυστυχία της δαγκώνει.

Αθήνα, που κολυμπάει στους πόθους τις.

Σωριάζονται φτωχοί και άλλο φτωχοί

με ύβρεις και κατάρες.

Μια παθιασμένη καλλονή για λίγη αναγνώριση

προβάλει όλα τα απόκρυφά της.

Φορτίζει τα περιοδικά, τις εκπομπές,

τα instagrams, τις συνεντεύξεις.

Αθήνα, σκοτεινή με δάκρυα και με βόγγους...

Ποιος τους πονάει εδώ τους γνήσιος ζωντανούς

και ποιος καρφώνει το φρικτό μαχαίρι στο λαιμό τους;

Τη δύσκολη αυτή στιγμή μόνο η ποίηση με βοηθά

για να σταθώ ορθός σε τούτα τ' Αθηναϊκά φρικτά σκοτάδια.

Αθήνα πικρό βιολί του μίσους και τις τρέλλας.

Οι κυβερνόντες σου υμνούν την αθλιότητα

την απληστία, την κουφότητα και την λαγνεία.

Την τύχη σου υπονομεύουν

κουτόμυαλοι μάγοι καθηγητές

με υψηλούς μισθούς, περγαμηνές και έδρες.

Το τραγικό : στην προδοσία θριαμβεύουν και φωτοβολούν

όσοι διεκδικούν την έδρα της πρωθυπουργίας

και επιφέρουν αναρίθμητες καταστροφές

στις προσευχές, που στεφανώθηκαν μ' αγώνα και με αίμα.



Ιωάννης Μποζίκης

Στο Μάτι του θανάτου (2016)


Ένα θαύμα Θεού η Κωνσταντίνου Πόλη μας

καθώς και το οικοδόμημά της, η Αγία του Θεού Σοφία.

Μεγαλύτερο όμως, ο ένδεκα και πλέον αιώνων

ένδοξος αυτοκρατορικός της βίος.


Mais plutôt, je voudrais songer sur tes rivages,

Mer, de mes premiers jours, berceau délicieux.

Jean Moréas


Κωνσταντινούπολη


Του Βόσπορου περήφανη αρχόντισσα,

του Μαρμαρά γλυκόπικρο καμάρι,

σε κανακεύει η Μαύρη Θάλασσα

και σε λικνίζει το φεγγάρι.


Ολόχρυση γενέτειρά μου γη

της πρώτης - πρώτης μου πνοής κοιτίδα,

ξεφύτρωσα μιαν ηλιόλουστη αυγή,

όπου εκεί σε πρωτοείδα.


Γεννήθηκα εκεί, που η Παναγιά θρηνεί,

εκεί, που λούζεται κι ανθεί ο θρύλος.

Αχ! Δεν ξέρεις πόσο η ψυχή μου σε υμνεί

κι ας τρέχει σαν τρελός ο χρόνος σκύλος.


Φλόγα ορθόλαμπρη της Ιστορίας,

κοσμοκρατόρισσα με το χρυσάφι κεντημένη,

Άγια και Θεία πόλη της Ανατολίας,

τα Χερουβείμ απ' τα ουράνια σ' έχουνε φερμένη.


Μες στη μαγευτική σου την αγκάλη,

νανούρισες εκατοντάδες βασιλιάδες

και με τους θρύλους σου έχεις προβάλλει,

τρανούς σουλτάνους και πασάδες.


Βασίλισσα των δύο θαλασσών και δύο ηπείρων,

τώρα που χάθηκες ακέραια απ' τη ζωή μου,

σ' έχω κορώνα διαμαντένια των ονείρων ,

κλαίω κι αναστενάζω μ' όλη την ψυχή μου.


Ρωμαίισσα Κωνσταντινούπολη, πορφυροβουτηγμένη,

κάποτε σ' έζησα και ήπια στις βρύσες σου νερό.

Τώρα από σένα μόνο ένα παραμύθι παραμένει,

που το θυμάμαι σαν «μια φορά κι έναν καιρό».


Πόλη αθάνατη, Πόλη που λιώνεις σαν κερί,

του ονείρου σάλεμα, μην κλαις αλλά και μη θρηνείς.

Θα 'ρθουν με χρόνια αφάνταστοι κι απίστευτοι καιροί,

ίσκιοι χρυσοί και παλαιοί, που αιώνια θα υμνείς.



Ιωάννης Μποζίκης

Η Συνείδηση του Βοσπορίτη

Στο Αίμα που Ξυπνάει -2006


Και θα μας διώξουν

από την γη σε λίγο,

θέλημα Θεού.


Εαρινή Επανάσταση


Τετράλογη Ραψωδία

του

Ιωάννη Σωτ. Μποζίκη

έκδοση 2004



Απόσπασμα από τον πρώτο λόγο

Λογίων ανάβασις και αναίμακτος λυτρωμός



Γη μου, ας γίνει λοιπόν

η λύτρωσή σου πραγματικότητα

κι ας ξεχυθούνε άνθη απόκρημνα

από τα δροσερά σου έγκατα,

έως ολοκληρωθούν κι οι πιο τρελές

και απίστευτες ακόμα προφητείες

απλώνοντας την ευωδία σου

μέχρι των σπλάχνων μου τις αρτηρίες.


Ω φύση όμορφη κι απέραντη,

από τον άνθρωπο αλυσοδεμένη

κι από τις καταχρήσεις του

βαθιά ταπεινωμένη!

Ήρθε η μέρα για λύτρωση,

ήρθε η ώρα για ξεσηκωμό

και δεν τ' αντέχεις άλλο

να κάθεσαι δεμένη στον άθλιο βωμό.


Εμπρός λοιπόν πεύκα κι έλατα

θρεμμένα από τη λάμψη του ήλιου

αλλά και δοξασμένα

με τη χάρη και την ευχή του θείου.

Εμπρός χλωρίδα της στεριάς

και του υποθαλάσσιου χώρου

που δεν γνωρίσατε μήτε στοργή,

μήτε κι ανθρωπιά καθόλου

και ζήσατε με κλάματα στα μάτια

να πέφτουνε στην άβυσσο του πόνου.


Εμπρός και πάλι

για έναν αγώνα δοξασμένο

για να ξεφύγετε

από το παρελθόν το καταπονημένο.

Και με τ' άνθη των φυτών

που θα μαζέψτε,

της άνοιξης το λυτρωμό

στ' απόκρημνα της γης χορέψτε.

Και με τον ρόδων τ' αγκάθια

τη γη μας θωρακίστε

καθώς τον άναρχο ρυθμό

που λούζεται ο άνθρωπος

στην άβυσσο να πνίξτε.


Ω γη μου!

Δεν έχει πια εμπιστοσύνη ο άνθρωπος

ούτε και γίνεται

πιστός της φύσης φίλος.

Εδώ κι αιώνες τώρα

αλληλοσφάζεται

για να υποδουλώσει τη φυλή του,

κατασπαράζοντας

ακόμα και τη γη που κάθεται

μέχρι και την εξαφάνισή του.


Ω μητέρα γη

ολόαγνη και πονεμένη

κι από την μέθη των ανθρώπων

μέχρι τα κόκαλά σου τσακισμένη!

Εμπρός λοιπόν στείλε μηνύματα

σκορπώντας άνθη αμέτρητα κι ατέλειωτα.

Στείλε μηνύματα

σε λόφους, σε βουνά,

σε κάμπους, σε κοιλάδες,

σε λίμνες, θάλασσες και σε ακρογιαλιές

κι ακόμα στα απόμακρα νησιά του Αιγαίου

λουσμένα ολημερίς

από τις αχτίδες του ήλιου,

ότι σε λίγο

σε καμένη γη θα ζούνε

οι αφιλότιμοι κι άσπλαχνοι

που τη μάνα γη περιφρονούνε.

Άνθρωπε ανόητε!

Η μυροβόλα γη που κάθεσαι

και που ένας δοσμένος αγέρας αιώνια σμίλεψε,

ο Δίας σου την προίκισε

για να φυλάς τη βασιλειάδα των φυτών

που ο ίδιος τόσο αγάπησε και πόνεσε.

Αλλά εσύ αυτό τ' αδάμαστο θεριό

που τυγχάνεις ακόμα

άνθρωπος να ονομάζεσαι,

αιφνίδια ψηλά στον Όλυμπο ανέβηκες

το Δία τον πατέρα σου να διώξεις.

Κι όπως το είπες, το 'κανες.

Έτσι για πάντα ο Δίας

τη γη του εγκατέλειψε

κι αφού σε μια πηγή

της ξενιτιάς κατέληξε,

η σάρκα σου η βρωμερή,

γυμνή αλλά και άψυχη

στ' απύθμενα βάθη του σκοτεινού

κι ανόητου μυαλού σου βούλιαξε.

Στη συνέχεια άλλον Θεό αγάπησες

κι αφού περάσαν δυο χιλιάδες χρόνια

και με το νέο σου Θεό βαρέθηκες

τον πούλησες στον Άδη και αυτόν

για μερικά αργύρια.


Ω φύση απέραντη

κραταιή και δοξασμένη

και από τα θεία

με ρυθμούς νανουρισμένη!

Αυτός είναι ο άνθρωπος

ένας ανόητος,

από τα λάθη των θεών

στη γη φερμένος,

που εδώ και χρόνια τώρα

εις βάρος σου

και κάτω από τη σιωπηλή

κι αφηρημένη υπομονή σου,

τη διαλυμένη σάρκα του

στον ίσκιο της σιωπής σου καθρεφτίζει

και με την άμυαλη ορμή του

αδιάκοπα κι ολάκερα την γαλουχίζει.


Και σεις πλάσματα ζωντανά

μ' αισθήματα καθάρια και ολόαγνα,

πουλιά του ουρανού

κι άγρια θηρία,

εξαγριωμένα από το αίμα

κι από τη βία,

ψάρια της θάλασσας και ερπετά

τα μάτια να φεγγοβολούν ολάνοιχτα,

μη λησμονείτε την πράξη των φυτών

και τρέξετε δώστε τους βοήθεια.

Ιερός είναι ο αγώνας που αρχίσανε

κι ηρωικά σταθείτε στο πλευρό τους.

Διότι και σεις

χωρίς της φύσης τ' αγαθά

πρέπει να ξέρετε και να γνωρίζετε

ό,τι του ανθρώπου

το ίδιο τέλος θα 'χετε.


Και έτσι όλοι μαζί

ας κάνουμε μια προσευχή,

μέχρι βαθιά στους ουρανούς

να φτάσει μια ολόγλαυκη ευχή.

Και τους θεούς

ως σύμμαχους να τους καλέσουμε,

αφού τον ουρανό

με άστρα πλημμυρίσουμε.

Κι ολοένα και δυνατά

με μια βροντή οργίων

ας φωνάξουμε προς τ' αγέρι που φυσά

με τη δύνη των νεφρών.


"Ω παντοδύναμοι τρανοί θεοί

μες τη δόξα μυροβόλητοι κι ιεροί

κι εσείς θεές μεγάλες και σεβαστές,

με βροχή και χαλάζι φορτωμένες!

Μην αφήσετε τούτη τη φύση και τη γη

που ακόμη φεγγοβολάει

μες στο πέλαγος νεκρή

να πέσει με τις ομορφιές της

στα χέρια αυτού του πλάσματος,

που λέγεται άνθρωπος

και δεν διστάζει να την καταστρέψει.

Δείξτε οργή με συννεφιές,

Πλημμύρες και βροχές,

βροντές και κεραυνούς

κι ανέμους δυνατούς.

Ίσως και φοβηθεί

κι αλλάξει διαγωγή

και λίγο φρονιμέψει.

Και πέστε του όσο βαθιά

στους ουρανούς και αν έχει ταξιδέψει,

ποτέ τα θεία των θεών

δεν θα μπορεί να τα κυριέψει".


L'amour est parfois aveugle. Rien d'autre à faire que lutter l'incapacité à le comprendre...


CONSTANTINOPLE


Était-ce encore hier au-delà de ce voile
où s'écoulait mon enfance angoissée,
miroitaient mes amours et mes haines,
tourmenté s'en allait le passé?

Était-ce hier, face au ciel où mon âme solitaire
s'emplissait des douleurs lointaines,
arpentait l'évidence transparente,
s'agitait çà et là, dispersant toutes les peines ?

Était-ce, dans ma ville natale où l'enfer familier,
déployé sur ma route, me rongeait les vertèbres
et les vagues écumeuses de la mer du Bosphore
respiraient sagement dépliant les ténèbres?

Était-ce des chemins brefs, des années de mépris,
oppressés dans ces grandes murailles
où ma vie, s'échappait librement ascendant
comme fuit la fumée d'une touraille?

J'ai passé des années de folie,
dévorant une vie tout entière,
dévasté comme Byzance outragé
et n'osant regarder en arrière.

Je porte solitaire, le fardeau
d'une histoire silencieuse et auguste,
d'une Ville asservie par les Turcs
de façon très horrible, de façon trop injuste.

Obstiné plein d'esprit et de force,
à pas lent, d'une ardeur brûlante,
je m'emplis répétant une prière au bon Dieu,
une prière qui résonne chancelante.

Ainsi surgira du fond des temps, ma patrie,
songe des vents, avalanche du silence,
rêve ultime de mon âme vespérale,
mon Bosphore, la limite du sud-est
d'une Europe grande puissance.


Poème extrait de mon recueil " CORNE D'OR "

ISBN:978-960-930094-0 Athènes-2007



Athènes


Cette ville étrange
a pris toute la place,
les rochers, les champs, les oliviers,
les coteaux couverts de vignes,
l'histoire et les tombeaux.
A ses côtés les rivières ne chantent plus.
Elle a pour unique présage
les insoucieux rivages de lassitude
et les quelques mémoires de thym qui persévèrent.
Abandonnée à la caresse des cris,
aux rêves des passions,
aux bruissements de l'ivresse
et aux filles de vertu,
elle flotte parmi les âmes mortes et les larmes.

Cette ville étrange,
mythe léger, perdu à jamais
qui alerte menaçant
les calmes horizons de la terre
a toujours le même bruit de sang frémissant.
Cette ville étrange,
blessée, socle de l'histoire
éblouie par des soleils millénaires.



Extrait de mon recueil HYPOCRAS
ISBN : 978-960-92580-3-6

Dans ces temps d'incertitudes

les grandeurs sont à desirer,

à découvrir et encore plus à prouver...


Par Crainte


Je ne t'en veux pas nuit
pour le frisson qui tournoie dans ma tête.
Il pleut à mots lacrymaux
avec tout ce froid sur les épaules.
J'absous le temps passé
qui bourdonne d'illusions en déchéance.
Toujours inconnu,
mon ombre est debout marionnette,
prêt à être pris par le flux
d'incessants mensonges.
Je m'élance à la poursuite des images
avec les chevilles effarouchées.
Aucun de mes cris ne les trouble,
aucune de mes plaintes ne les irrite.
Je gis ligoté dans une peur coincée.
J'use mes nuits à craindre
jusqu'au premier lendemain
et mon cou scellé se plie
à toute heure de la nuit et du jour.
Est-ce bien moi qui abdique
à la force de l'évidence
et marche seul à la recherche
de mon ombre si lointaine?
La nuit a extrait tout le sang de mes veines
et j'ai déjà déposé d'un sourire
toutes mes armes.
Maintenant dents serrées,
avec ce vide autour de moi,
je caresse mes ennuis
et récite mes poèmes poussières.



Extrait de mon recueil HYPOCRAS
ISBN:978-960-92580-3-6

Ölüm her şeyi karıştırır: gölgeyi, rüzgârı, sessizliği, toprağı, tozu ve çimeni ve en sonunda her karıştırdığı şeyi güzel bir düzene koyar.


Ben Kimim


Güzel kalbim, ben kimim?

Milyarlarca çeşit molekül arasında

rastgelen bir molekül müyüm?

Sürekli hayattan ve yaşamaktan

memnun olmayan bir yorgunluk mu?

Tükenmekle sabırsızlanan

soyut bir vertigo mu?

Kalamadık yüzeyde

izini kaybetmiş abes bir renk mi?

Odalarda sıkışıp kalmış perişan bir anı mı?

Yeni bildirilere ve kararlara kadar

yaşamaya mahkûm olan tehditkâr bir tutsak mı?

Ters çevirilmiş, kilitli ve silinecek görünür gibi

bilemediğimiz bir dilde okunan bir soru işareti mi?

Korkularla çırpınarak gidip gelen,

şüpheli ve vehametli ölümlerin

her bir saniyedeki namütenahi tekrarı mı?

Ya da yokluğa savrulmuş

ve mütemadiyen sahibine dönüşür

gezegen bir bir kül müyüm?


Şans oyununun netameli dipsiz kuyuları

ve Boşluk Nefesi'nin gergin yüzü,

en nihayetinde, ben kimim ???





İoannis Bozikis

Bir Âfet Gibi

(Atina-2012)

Copyright


Bu Şehir


Bu şehir
İstanbul şehridir,
hep ah çeken
dertli bir çiçek,
bu şehir,
bu benim şehrim
bin kök sevdasıdır,
keder yüklü bir gerçek.

Boğazsularında
iki parmak buz
ve martılar çırılçıplak
kanlı subaşlarında.
O boğulmuş Boğaz,
susmuştur,
uykulara dalmıştır
yüzlerce yıl sonra.
O adsız, o garip,
o dallarda yalnız öten bülbül,
bir hançer yarasıdır,
göçüp gitmiş
bir Rum sazıdır
İstanbul'un
ağır boşluğunda.

Bu şehir
İstanbul şehridir,
nazlıdır,
sığmazdır bağrımda.
Bu şehir,
bu benim şehrim
rivayettir
Marmara'nın en zorlu dalgalarında.




IOANNIS BOZIKIS

Bir Boğaz Vakti

Atina - 2005

ISBN: 960-630-777-8



Çığlık


Ayrılmaz sessizliğim,

utangaç ve kırılmış kalbim

kederle baş aşağı

ıssız ve sakin bir köşede

usulcacık oturup kıvrılmışsınız.

Konuşmak ve bağırmak için

henüz zamanınız gelmedi mi?


Her şey yumruk yumruk

midemde birikmiş,

kusmayı bekleyen kelimeler

ve cümleler yoğunlaşmış...

Öyle doludur ki içim!

Öyle üzgündür ki kalbim!


Karanlıklar içinde

sürünen talihsiz vücudum,

sen, nasıl oldun da

bütün bunlara katlandın?

Seni kıvranmış, kırbaçlanmış

ve yıpranmış sessizliğim,

içindeki birikmişleri dökmek,

yıkmak, kırmak, kesmek

ve toz haline dönüştürmek için

çok geç kaldığını sanmıyor musun?


Bırak artık, şu sessiz ağlamalarını

ve sönmüş dopdolu çığlıklarını!

Öfkeleneceksen, öfkelen!

Bağıracaksan, bağır!

Ve sakın bu kahır yüklü

çağrının duruşundan

üzülenleri hiç umursama...

Zehirli seslerine

ve tersine gelen dünyaya

aldırış bile etme.


Hayat sandığın kadar

meleksi değil.

Hatta sana karşı

nazik ve sevecen de değil.

Öte yandan kümelenmiş

boş ve gerçekçi evren de

seni koruduğunu sanma sakın.


Dağlardan inen bir rüzgar,

ve bir intikam ateşi gibi,

hiç yoktan saklanan öfkeni çıkar.

Çık, bağır, bağırabildiğin kadar!

Çığlık at, çığlık atabildiğin kadar!

Belki çevrendeki bulutlar

çözülür ve kaybolur bir gün...


Sessiz ve sedasız

kıvranan ürkek kalbim,

hep dudağımı örseleyen sonsuz çığlık,

elbet olumlu bir sabah,

şu kelepir ve küçük pencerenden

estetik bir mübarek doğu

alışılmadık bir gerçekle gözüküverir.


Öncesiz ve sonrasız

bilinmez kör zamanlarda,

yalnız şu son sözlerimi iyice hatırla!

Senin de, herkes gibi,

her gün ve her an

güneşin sevdasına sarılmaya

ufacık bir hakkın vardır.

Özellikle onun nurlu

ve neşeli bahçesinden

çıkan ve yansıyan bin bir rengi

seni de aydınlatmalıdır...




İoannis Bozikis
Bir Afet Gibi
(Atina-2012)
Copyright

Bu azgın dünyada maalesef herkes payına düşeni gönül ferahlığı ile taşımalıdır. Göklerdeki tanrılar bize ait olanları ve bütün kurban vergilerini, bizler de umutsuz budalalar gibi, güzelliklerle birlikte, yıllar yılı tanrılardan çektiklerimizi ve çekeceklerimizi...

Sur mes cahiers d'écolier

Sur mon pupitre et les arbres

Sur le sable, sur la neige

J'écris ton nom « Liberté »

Paul Éluard


Hürriyet Kuşu



Yorulmaz

güzel ve gizemli kuşum,

hep ışıklarda görünmez uçarsın,

sessizce karanlık gecelere

akar nüfuz edersin,

hiçbir şey istemezsin,

sadece cesareti ötersin.


Yalnız ve tükenmez

çıplak kuşum,

sopa ile zalimler

seni kovsalar da,

sen gururla onların arzularına

itaat etmezsin,

hiçbir şey istemezsin,

hep aynı sonsuz hürriyetlerin

şarkısını söylersin.


Korkusuz,

ve sabır dolu

şeker kuşum,

tüm köleliklerin ağırlığını

gümüş kanatlarında taşırsın,

bir uzun beyaz bulut gibi

yeryüzünden

ağır ağır uçar geçersin,

hiçbir şey istemezsin,

yalnız özgürlüğü haykırırsın...



İoannis Bozikis
Bir Afet Gibi
(Atina-2012)
Copyright

İoannis Bozikis